Skip to content

Γυμνάσιο – Λύκειο και τα φοιτητικά χρόνια (1978-1989)

10/06/2013

Η 1η Γυμνασίου που ξεκίνησε το 1978 τον Σεπτέμβριο, συνέπεσε με το ξεκίνημα πολλών πραγμάτων ταυτόχρονα. Καινούργιο σχολείο με καινούργιους συμμαθητές, καινούργια γειτονιά με άπλα και χώρο για παιχνίδι, καινούργιοι φίλοι και νέες δραστηριότητες που είχα στερηθεί στην Κυψέλη: ποδόσφαιρο από το πρωί ως το βράδυ, γύρες στις γειτονιές, συζητήσεις και επικοινωνία με συνομήλικους εκτός σχολείου, νέες δυναμικές κοινωνικές σε σχέση με το περιβάλλον. Φτιάξαμε μια ομάδα όπου γίνονταν ένας άτυπος αγώνας για την ηγεμονία. Υπήρχαν κορίτσια τριγύρω. Άρχισαν αντιπαλότητες και συμμαχίες με άλλες γειτονιές. Αποκτήσαμε ταυτότητα σαν παιδιά μιας συγκεκριμένης γειτονιάς και μιας συγκεκριμένης παρέας. Ως τότε ήμασταν τα παιδιά των γονιών μας. Τώρα ήμασταν τα παιδιά της γειτονιάς της Άνω Πεύκης, ή της Άρεως, ή της πάνω γειτονιάς, μιας και μέναμε πάνω σε ύψωμα. Και η κινητικότητα μαζί με το status του καθενός ορίζονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από το ποδήλατο.

Το Velamos που τότε βγήκε από τις αποθήκες στο φως του ήλιου και τότε μόνο έχασε τις βοηθητικές του ρόδες ήταν ακατάλληλο για το νέο αυτό περιβάλλον και για μένα. Σύντομα έγινε το ποδήλατο του αδερφού μου, οπότε εγώ άνοιξα πανιά για αλλού. Αυτή τη φορά ήξερα τι ήθελα. Ένα μεγάλο, ψηλό ποδήλατο, που να μπορώ με αυτό να ανοίγομαι και σε άλλες γειτονιές. Ονειρευόμουν να πηγαίνω με το νέο μου ποδήλατο στο σχολείο. Κάτι που τότε μου φαίνονταν μυθικό επίτευγμα. Το σχολείο μου ήταν στον Παράδεισο Αμαρουσίου, κάπου 3-4 χιλιόμετρα μακρυά. Αν οι γονείς μου ήξεραν τότε τις σκέψεις μου θα είχαν απελπιστεί. Ένα νέο ποδήλατο λοιπόν έγινε στόχος και όλο το χειμώνα της 1ης Γυμνασίου ήταν η μόνιμη σκέψη μου.

Kalkhoff (1979)

Υπάρχουν ορισμένα ποδήλατα που δεν χρειάζεται κανείς έρευνα αγοράς ή πολλή σκέψη για να τα αγοράσει. Καλούν από μόνα τους τον νέο τους ιδιοκτήτη μέσα από μία ανεξήγητη έλξη που ασκούν στην ψυχή του. Ήταν άνοιξη του 1979 και η 1η Γυμνασίου όδευε προς το τέλος της με χίλια μύρια προβλήματα την εποχή εκείνη για μένα. Ήταν μια κακή χρονιά στο σχολείο: δεν είχα καταφέρει να προσαρμοστώ στις νέες συνθήκες και οι επιδόσεις στα μαθήματα ήταν οριακές, αλλά το πιο σημαντικό τότε για τη 12-χρονη ψυχή μου ήταν η αδυναμία ένταξης στην κοινωνία της τάξης. Για κάποιο λόγο που ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω πλήρως, τα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου δεν ήταν καλά. Ενώ εύκολα μπαίνω σε παρέες και κοινωνικοποιούμαι από παιδί μέχρι και σήμερα, με τους συμμαθητές της περιόδου αυτής δεν υπήρχε επικοινωνία. Το αίτημά μου για ένα νέο ποδήλατο ήταν διαρκές προς του γονείς μου και κάλυπτε πολλά κενά που είχαν δημιουργηθεί στην ψυχή μου τότε. Ονειρευόμουν τον εαυτό μου πάνω σε αυτό, να διασχίζω τις γειτονιές και να μην κοιτάω πίσω μου.

Για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι, βρέθηκα την άνοιξη του 1979 με τους γονείς μου στο κέντρο της Αθήνας στην οδό Αιόλου. Τότε υπήρχαν δύο πολυκαταστήματα εκεί. Το ΜΙΝΙΟΝ και ο Λαμπρόπουλος. Νομίζω και Κατράντζος Σπορ απέναντι. Τέλος πάντων, στη βιτρίνα του Λαμπρόπουλου στέκονταν το καινούργιο μου ποδήλατο. Δεν ήταν δικό μου ακόμα, αλλά ήξερα ότι ήταν! «Αυτό θέλω», είπα και έδειξα με το δάχτυλο. Στάθηκα μπροστά στη βιτρίνα και το χάζεψα. Η μητέρα μου πρέπει να είπε ότι ήταν πολύ μεγάλο και θα σκοτωνόμουν. Ο πατέρας μου πρέπει να είπε ότι ήταν πολύ ακριβό. Αλλά εγώ ήμουν χαρούμενος. Είχα κλειδώσει τον στόχο. Kalkhoff, ανοιχτό πράσινο, city ή trekking. Με φτερά, σχάρα, μια μικρή τρόμπα στο πλάι. Με 28άρες ρόδες (μεγάλες δηλαδή). Την εποχή εκείνη έφτιαχναν και ρόδες 27 ή 27,5 ιντσών και δεν θυμάμαι ακριβώς.  Ταχύτητες δεν είχε, ήταν μονοτάχυτο. Ήταν πολύ μουράτο ποδήλατο, γιατί όντως ήταν ακριβό για την εποχή αυτή και τώρα που το σκέφτομαι είναι περίεργο. Θέλω να πω ότι την εποχή αυτή κυκλοφορούσαν πλέον πολλά ποδήλατα με ταχύτητες σε όλες τις κατηγορίες. Για να είναι μονοτάχυτο και ακριβό, σημαίνει ότι πρέπει να ήταν πολύ καλής ποιότητας.

Τότε δεν ήξερα αλλά τώρα ξέρω: η Kalkhoff είναι κλασσική και σταθερή αξία στα ποδήλατα. Γερμανική εταιρεία με ειδίκευση την εποχή εκείνη στα κουρσάκια, τα αγωνιστικά ποδήλατα δηλαδή με τις 10 ταχύτητες. Άρα το μονοτάχυτο city πρέπει να ήταν απλά ένα ακριβό μοντέλο, όπου το όνομα έπαιζε ρόλο στην τιμή, εκτός από την ποιότητα. Σαν να έπαιρνες σήμερα Mercedes μικρό για την πόλη το φαντάζομαι. Σήμερα λοιπόν, έκανα μια έρευνα στο διαδίκτυο να δω τι φήμη έχει η Kalkhoff και με την κρυφή ελπίδα να ανακαλύψω κάπου το μοντέλο που είχα αγοράσει τότε. Έμαθα πολλά για την εταιρεία και την ιστορία της, αλλά τίποτε για το μοντέλο αυτό που με είχε συνεπάρει. Έστειλα email στην εταιρεία και ρώτησα και τον Παντελή. Από την εταιρεία μου απάντησαν ότι δυστυχώς δεν έχουν απάντηση στο ερώτημά μου.

Όπως και να έχει, το Kalkhoff αυτό στοίχειωσε τη σκέψη μου και έγινε στόχος. Μπήκε το καλοκαίρι και το σχολείο τελείωσε. Δίναμε και εξετάσεις τότε, σε επιτροπή καθηγητών του δημοσίου. Θυμάμαι ότι είχα γράψει καλύτερα από τους βαθμούς που μου έβαζαν οι καθηγητές μου. Πέρασα την τάξη, κάτι που δεν ήταν σίγουρο τη χρονιά αυτή, τόσο χάλια τα είχα πάει. Το 1979 ήταν μια πολύ σημαντική χρονιά, γεμάτη με μικρές προσωπικές επαναστάσεις. Απέκτησα τις δύο πρώτες μου κασέτες ροκ. Queen «the game» και Police «outlamos d’ amour». Από τότε που τις άκουσα δεν κοίταξα ποτέ πίσω στους Boney M και την Donna Summer. Έγινα ροκάς. Η πιο αποφασιστική δε κίνηση ήταν ο πρώτος δίσκος των Rainbow που έφτασε στο σπίτι σαν δώρο σε κάποια γιορτή. Επειδή δεν είχαμε πικάπ, τον  άκουσα στο σπίτι ενός φίλου και τον έγραψα σε κασέτα. Έμαθα απ έξω κάθε στίχο, κάθε νότα, κάθε ήχο!

Τις ίδιες ημέρες που γίνονταν αυτά, ζήτησα από τον πατέρα μου να δουλέψω το καλοκαίρι. Όπως καταλάβατε από την ιστορία του Velamos, οι γονείς μου και ιδιαίτερα ο – μακαρίτης πλέον – πατέρας μου ήταν συντηρητικοί στο θέμα της ασφάλειας και της ελευθερίας που έπρεπε να έχω σαν παιδί. Είχαν έναν απίστευτο φόβο μην πάθω τίποτε. Όσο πιο πολύ με φύλαγαν, τόσο πιο πολύ ξεσάλωνα και έκανα ακριβώς αυτά που δεν ήθελαν να κάνω. Στο θέμα της εργασίας όμως ο πατέρας μου εξηγήθηκε σπαθί που λένε. Όχι μόνο δεν είχε αντίρρηση να εργαστώ, αλλά όταν ο φούρναρης της γειτονιάς αρνήθηκε να απασχολήσει ένα 12χρονο παιδί, ο πατέρας μου τον μετέπεισε, δίνοντάς του μάλιστα κρυφά 100 δραχμές την ημέρα να μου δίνει εκείνος σαν δήθεν μεροκάματο. Αυτό κρατήθηκε μυστικό μέχρι που τελείωσα το σχολείο. Και αυτό, ενώ ο πατέρας μου ήξερε τι θα έκανα τα χρήματα που θα κέρδιζα: θα αγόραζα το Kalkhoff από το Λαμπρόπουλο. Και επειδή μάλιστα μετά από ένα μήνα εργασίας τα χρήματα που είχα μαζέψει δεν έφταναν, ο πατέρας μου συμπλήρωσε το ποσό. Το καλοκαίρι του 1979, ένα φορτηγό του Λαμπρόπουλου ήρθε και ξεφόρτωσε το Kalkhoff στο σπίτι μας.

Η αίσθηση της οδήγησης ενός τέτοιου ποδηλάτου ήταν τότε απερίγραπτη. Σαν εκείνο το αγωνιστικό στη Ραφήνα, αλλά πολύ πιο άνετο και κυρίως δικό μου! Άρχισα να γυρίζω τα στενά γύρω από το σπίτι μας στην Άρεως σαν σίφουνας. Εκεί που αγκομαχούσα με το Velamos τώρα πέταγα. Το ποδήλατο αυτό ήταν το πρώτο σε πολλές κατηγορίες για μένα. Ήταν το πρώτο ποδήλατο που διάλεξα αποκλειστικά μόνος μου, το πρώτο για ενήλικες. Ήταν όχημα, μεταφορικό μέσο και όχι παιχνίδι για παιδιά. Ήταν σοβαρό ποδήλατο. Ο έρωτας ήταν σφοδρός και κράτησε χρόνια. Το ποδήλατο αυτό με συντρόφευε σε όλη μου τη σχολική διαδρομή, μέχρι να τελειώσω το Λύκειο. Ήταν το σήμα κατατεθέν μου. Ήμασταν δεμένοι, το Kalkhoff και εγώ, σαν ένα. Δεν υπήρχε σχεδόν μέρα που να μην ανέβω να κάνω βόλτα. Στην αρχή μόνο για διασκέδαση. Μετά για τολμήματα με βόλτες σε άλλες γειτονιές και ακόμα πιο πέρα. Και τέλος, στο Λύκειο για καθημερινές μετακινήσεις.

Η χρήση του ποδηλάτου αυτού ακολούθησε την πορεία της εφηβικής μου ανάπτυξης και της απελευθέρωσης μου από τη γονική μέριμνα και καθοδήγηση. Στην αρχή, στα χρόνια του Γυμνασίου, το Kalkhoff το χρησιμοποιούσα να τριγυρνάω στη γειτονιά, όταν δεν είχα σχολείο ή διάβασμα. Για τους γονείς μου ήταν ακόμα παιχνίδι. Στη γειτονιά ακόμα κάναμε κόντρες να δούμε ποιος είναι πιο γρήγορος. Στην αρχή κέρδιζα εγώ, μετά ήρθαν και άλλοι με άλλα ποδήλατα. Οι γονείς μου ακόμα ασχολούνταν με την ασφάλειά μου και αγωνιούσαν μην χτυπήσω. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με μια φίλη της μητέρας μου, που όταν την είδα ενώ οδηγούσα, τη χαιρέτησα με μια κίνηση του χεριού. Εκείνη πήγε στη μητέρα μου και της είπε ότι οδηγούσα με το ένα χέρι, και η μητέρα μου με μάλωσε. Την επόμενη φορά που είδα ξανά τη συγκεκριμένη φίλη, σήκωσα και τα δύο χέρια από το τιμόνι ταυτόχρονα και τη χαιρέτησα με θέρμη. Νομίζω ότι το πήρε το μήνυμα! Σιγά σιγά οι γονείς μου έπαψαν να με ελέγχουν ως προς το ποδήλατο και να μου έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη. Πήγαινα παντού πλέον με αυτό. Η μεγαλύτερη αναμέτρηση ήταν με τις ανηφόρες. Το Kalkhoff ήταν μονοτάχυτο και οι ανηφόρες δύσκολες. Επιπλέον, επειδή το σπίτι μας ήταν σε ύψωμα, όπου και να πήγαινα έπρεπε στο γυρισμό να ανέβω ανηφόρα. Μπορεί το ποδήλατο να ήταν μεγάλο και γρήγορο, αλλά στις ανηφόρες είχε δυσκολία. Υπήρχε δε μια ανηφόρα στην οδό Φαιστού, που δεν κατάφερνα να την ανέβω στην αρχή. Έφτανα μέχρι πάνω, αλλά δεν μπορούσα να την τελειώσω και αναγκαζόμουν να ξεπεζέψω. Αυτό κράτησε ένα χρόνο, ώσπου κάποια στιγμή στην 3η Γυμνασίου κατάφερα να την ανέβω. Όμως μου έμεινε άχτι η δυσκολία της.

Την εποχή εκείνη ξεκίνησε η εξερεύνηση της περιοχής και οι εξορμήσεις σε άλλες γειτονιές. Σύντροφος και συνοδοιπόρος στις αναζητήσεις αυτές ήταν ο φίλος μου ο Βαγγέλης. Πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο αλλά σε διαφορετικό τμήμα. Μέναμε πολύ κοντά. Ο Βαγγέλης είχε ένα πολύ όμορφο αγωνιστικό με 12 ταχύτητες. Ήταν κατά πολύ καλύτερο από το Kalkhoff. Δεν θυμάμαι τι τύπου ήταν, νομίζω Motobecane. Άλλος στην παρέα μας ήταν ένας ακόμα της γειτονιάς του Βαγγέλη, ο Αντώνης, με ένα παλιό ποδήλατο που δεν θυμάμαι επίσης τι μάρκα ήταν. Γυρίζαμε συχνά οι τρεις μας. Στην αρχή δοκιμάσαμε άλλες γειτονιές της Πεύκης. Μετά εξαπλωθήκαμε σε μέρη με κίνηση, όπως ήταν το Μαρούσι και η Κηφισιά. Μια φορά κατεβήκαμε Αθήνα στους Αμπελόκηπους. Αρκετές φορές βρεθήκαμε στο Τατόι, στο αεροδρόμιο δίπλα εκεί που ήταν οι γραμμές του τρένου. Τότε αυτές οι αποστάσεις μου φαίνονταν εξωπραγματικές και οι εξορμήσεις μας αυτές φάνταζαν άθλοι!

Προσπαθώ να θυμηθώ κάποια χαρακτηριστικά περιστατικά της συνύπαρξής μου με το Kalkhoff. Υπάρχουν τόσα πολλά. Δεν θυμάμαι μία στιγμή της περιόδου αυτής που να μην είναι συνδεδεμένη με το ποδήλατο αυτό. Και δεν ήταν όλες οι στιγμές ευχάριστες. Είχα ένα ατύχημα, που είναι τόσο χαζό, που πολύ θα ήθελα να το διαγράψω από τη μνήμη μου. Αλλά έχω μία ουλή κάτω από το σαγόνι να μου το θυμίζει. Πηγαίναμε με τον Βαγγέλη βόλτα προς τα βορειοδυτικά της Πεύκης, μάλλον με στόχο την εθνική οδό και πιο πέρα ίσως. Διασχίζαμε έναν ήσυχο δρόμο και κινούμασταν πλάι πλάι μιλώντας. Μας μπήκε η ιδέα να δούμε σε ποια από τις δικές του 12 ταχύτητες αντιστοιχούσε η δική μου μία και μοναδική. Αποφασίσαμε να κοιτάμε ο ένας τα πετάλια του άλλου μέχρι να καταφέρουμε να τα περιστρέφουμε με τον ίδιο ρυθμό και τότε να δούμε τι ταχύτητα θα είχε ο Βαγγέλης. Κοιτώντας όμως τα πετάλια μας δεν βλέπαμε μπροστά. Πηγαίνοντας με σχετικά μεγάλη ταχύτητα, χτύπησα ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο και έπεσα πάνω στο καπώ. Το πιρούνι του ποδηλάτου μου τσάκισε. Με πήραν τα αίματα. Είχα μια μεγάλη πληγή στο σαγόνι. Φύγαμε άρον άρον, εγώ πάνω στο Kalkhoff με το σπασμένο πιρούνι και μια θεία στο μπαλκόνι να ρωτάει αν έπαθε τίποτε το αυτοκίνητο. Πήγαμε στο σπίτι του Βαγγέλη όπου κατάφερα να κλείσω την πληγή και να βάλω τσιρότο. Στους γονείς μου είπα ότι ήταν ένα μικρό χτυπηματάκι. Το ποδήλατο το έφτιαξα τις επόμενες μέρες με χρήματα που είχα στην άκρη. Τότε μάζευα λεφτά από χαρτζιλίκια και κυρίως από τις δουλειές που έκανα στις διακοπές, καλοκαίρι, Χριστούγεννα και Πάσχα. Δούλευα συνήθως σε ένα βενζινάδικο και τα χρήματα από τα πουρμπουάρ τότε ήταν καλά, για ένα παιδί στην ηλικία μου. Τα χρησιμοποιούσα κυρίως για να αγοράζω δίσκους και να πηγαίνω σινεμά. Το Kalkhoff δεν μου στοίχιζε πολύ. Προβλήματα έβγαλε μόνο στη μεσαία τριβή μια εποχή και αναγκάστηκα να αλλάξω πεταλιέρα. Που και που κανένα μπάλωμα και το πιρούνι που έσπασα στο ατύχημα. Άλλη μια φορά είχα σπάσει το πιρούνι, πιο μικρός, κάνοντας μαγκιές και κατεβαίνοντας σκαλιά. Γενικά ήταν ένα βολικό ποδήλατο που ήθελε ελάχιστη συντήρηση, ίσως επειδή δεν είχε ταχύτητες.

Στην οδήγηση του ποδηλάτου είχα γίνει μεγάλος δεξιοτέχνης, αλλά ορισμένα κόλπα δεν μπορούσα με τίποτε να τα κάνω. Θυμάμαι με ζήλια τον Αντώνη που έκανε σούζα διαρκείας 50 πεταλιές και βάλε. Εγώ δεν μπορούσα ούτε 2. Ήμουν όμως καλός στο χειρισμό του ποδηλάτου στην κίνηση. Και επίσης ήταν ολοφάνερο ότι είχα αντοχές για μεγάλες διαδρομές. Την περίοδο αυτή έκανα και πολλές παράτολμες ενέργειες. Αν και το ποδήλατο δεν ήταν για αυτήν τη δουλειά, κάναμε ότι πιο χαζό μπορεί κανείς να φανταστεί. Άλματα, σκάλες, απότομοι ελιγμοί και φυσικά τούμπες. Και αυτό είναι πολύ περίεργο γιατί στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας ή του αυτοκινήτου είμαι πολύ συντηρητικός. Θέλω να πω ότι εξελίχτηκα σε πολύ ήρεμο και μάλλον αργό οδηγό. Με το ποδήλατο όμως έκανα πολλές τρέλες. Ίσως να ξεχαρμάνιασα νωρίς και να μην έμεινε αρκετή τρέλα για άλλα οχήματα.

Στο Λύκειο πλέον τα πράγματα σοβάρεψαν με τα μαθήματα. Είχα ξεκινήσει φροντιστήριο από το καλοκαίρι του 1982 στο Μαρούσι. Ήταν εντατικά καλοκαιρινά τμήματα. Επειδή πήγαινα σε ξενόγλωσσο σχολείο έπρεπε να συνηθίσω την ελληνική ορολογία και να ετοιμαστώ για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Την περίοδο αυτή είχα ανεξαρτητοποιηθεί πολύ από τους γονείς μου. Δεν με ρωτούσαν πια που πήγαινα και που γυρνούσα. Και εγώ βέβαια ήμουν πολύ προβλέψιμος. Ήμουν πάνω σε μια σέλα και γύρναγα! Το ποδήλατο από το 1981 και μετά έγινε το βασικό καθημερινό μεταφορικό μέσο. Και προς το σχολείο κάποιες φορές αλλά κυρίως προς το φροντιστήριο και ότι άλλο υπήρχε. Τις περιοχές γύρω από το Μαρούσι, την Πεύκη και την Κηφισιά τις είχα οργώσει. Επειδή ήταν μονοτάχυτο δεν μπορούσα να ανέβω βουνά, όπως είναι η Πάρνηθα ή η Πεντέλη. Μπορούσα όμως να ανοιχτώ σε απόσταση. Με τα διαβάσματα όμως ο χρόνος ήταν περιορισμένος. Στη μουσική παρέμενα ροκάς και μάλιστα είχα επεκταθεί και στο μέταλλο. Είχα ένα ευρύ φάσμα ακουσμάτων και η δισκοθήκη μου ξεκινούσε από κλασσικό ροκ και έφτανε μέχρι κάτι φωνακλάδες που σήμερα θεωρούνται cult. Με τα κορίτσια η ενασχόληση ήταν δυστυχώς θεωρητική, αν και συναισθηματικά – για μένα – πολύ έντονη. Κατά καιρούς έφευγα μόνος με το Kalkhoff και πήγαινα στις γειτονιές που έμενε η μία ή ή άλλη κοπέλα που μου άρεσε κατά καιρούς. Δεν ήξερα αν ήθελα να τις πετύχω ή όχι. Μια φορά που πέτυχα τελικά μία, έφυγα χωρίς καν να τη χαιρετήσω. Την άλλη μέρα με ρώτησε αν ήμουν στη γειτονιά της και εγώ το αρνήθηκα…

Αυτό το ποδήλατο, το Kalkhoff με το πράσινο μεταλλικό χρώμα, την καφέ σέλλα, τις απαλές όμορφες γραμμές και τη σχάρα, με συντρόφευσε σε όλη τη διαδρομή από την παιδική ηλικία ως την ενηλικίωσή μου. Με πήγε σε άλλες γειτονιές και σε άλλες περιοχές. Με πήγε σε όνειρα και σκέψεις, σε αναζητήσεις. Έζησε μαζί μου τις δυσκολίες της σχολικής περιόδου, ήταν εκεί στις συνευρέσεις της γειτονιάς και στα χαχανίσματα των διαλειμμάτων του φροντιστηρίου με τις καινούριες μου παρέες. Ήταν η μόνη μου συντροφιά στις άσκοπες βόλτες σε άγνωστες γειτονιές με τη σκέψη μου να τρέχει. Έγινε όχημα κίνησης, διαφυγής, ωρίμανσης. Το έζησα αυτό το όχημα. Ήταν πιστός φίλος. Και όλα αυτά τα συνειδητοποιώ τώρα. Τότε δεν μπορούσα να ξέρω ότι άλλαζα τόσο πολύ. Τώρα ξέρω ότι το μονοτάχυτο Kalkhoff που με δυσκόλευε στις ανηφόρες ήταν το πιο σημαντικό ποδήλατο που είχα ποτέ. Απέκτησα πολλά άλλα ποδήλατα, πιο όμορφα, πιο γρήγορα, πιο καλοτάξιδα. Αλλά με το Kalkhoff μεγάλωσα. Ήταν μια αντανάκλαση του εαυτού μου.

Κάποια στιγμή το βαρέθηκα το ποδήλατο αυτό. Ξέρω πόσο άδικος είμαι τώρα που το σκέφτομαι. Αλλά τότε, στην 3η Λυκείου και στα 17 μου χρόνια, το απαξίωσα. Ανέβαινα τα βράδια μετά το φροντιστήριο τη Βασ. Αλεξάνδρου και γύρναγα το δεξί χερούλι σαν να άνοιγα το γκάζι μιας μοτοσυκλέτας. Στην 3η Λυκείου ήθελα κάτι παραπάνω. Ήθελα να ξεχύνομαι άκοπα στην ανηφόρα και να μπορώ να ταξιδεύω πολύ πιο μακρυά. Ήθελα ένα άλλο όχημα να με χαρακτηρίζει. Ήθελα μηχανή. Και ήξερα ότι οι γονείς μου δεν θα με άφηναν ποτέ. Οπότε το καημένο το Kalkhoff μου φαίνονταν καταδίκη! Ακόμα και για ποδήλατο ήταν ξεπερασμένο. Θυμάμαι με τεράστια ζήλια έναν φαντασμένο τυπά που έκανε την εμφάνισή του στη γειτονιά μας τότε με ένα ροζ Mercier 12τάχυτο. Ήταν το πιο όμορφο ποδήλατο που είχα δει μέχρι τότε. Δεν ξέρω αν τον αντιπάθησα πρώτα ή αν ζήλεψα το ποδήλατό του τόσο πολύ. Πάντως ήταν ένας άθλιος φιγουρατζής, που μάζευε γύρω του διάφορους αυλικούς και διάφορα κορίτσια. Η δική μου παρέα, ειδικά ο Βαγγέλης το μυρίστηκαν από την αρχή και ξέκοψαν. Το ίδιο και εγώ. Αλλά αυτό το ποδήλατο, που δεν μπορούσα να έχω, μου χάλαγε τον ύπνο. Την εποχή εκείνη επίσης ο Αντώνης άρχισε να ασχολείται συστηματικά με μηχανάκια και απέκτησε ένα Yamaha RD 50. Μου το έδινε πολλές φορές για βόλτα. Μπροστά στα βιώματα αυτά, το Kalkhoff φαίνονταν λίγο. Θύμωνα που δεν είχα κάτι άλλο. Μέσα στην τρέλα των 17, όπου όλα γύρω μου άλλαζαν, το ποδήλατο αυτό συνέχισε να είναι δίπλα μου και να το χρησιμοποιώ καθημερινά, αλλά είχε χάσει πια την αίγλη που του είχα δώσει στην αρχή.

Το 1984 το καλοκαίρι έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις. Είχα δηλώσει δύσκολες σχετικά σχολές και δεν περίμενα να περάσω. Ξεκίνησα αμέσως να εργάζομαι σαν κλητήρας σε μία ναυτιλιακή εταιρεία στον Πειραιά. Πέρασαν δύο μήνες και βγήκαν τα αποτελέσματα. Είχα περάσει στη Θεσσαλονίκη, στο Τμήμα Δασολογίας. Τα νέα ήταν διπλά καλά: μια επιστήμη που την ήθελα και κυρίως, μακρυά από το σπίτι μου. Ξεκίνησε έτσι τον Σεπτέμβριο του 1984 ένα συναρπαστικό κεφάλαιο στη ζωή μου, που περιλάμβανε και την οριστική μου ενηλικίωση. Στα 17 μου μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη, έζησα όμορφες και άσχημες στιγμές, έμπλεξα και ξέμπλεξα από περίεργες καταστάσεις και απέκτησα εμπειρίες. Την πόλη την αγάπησα με τη μία. Ακόμα τη θεωρώ πατρίδα μου και πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να τη σκέφτομαι. Και ας μην υπάρχει πια. Εννοώ ότι η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 80 έχει χαθεί. Τώρα έχει γίνει μια άλλη πόλη. Τότε δεν υπήρχε περιφερειακός, το πανεπιστήμιο ήταν ασφαλές από πλευράς εγκληματικότητας και αν πήγαινες στο κέντρο πάντα έβρισκες παρέα. Γίνονταν διάφορα δρώμενα και οι παρέες ήταν ζωντανές και άνετες. Η πόλη είχε χαρακτήρα. Όλα αλλάζουν στη ζωή, το ίδιο και οι πόλεις. Στα 17 μου βρέθηκα σε ένα νέο σύμπαν. Μέσα στο πρώτο έτος, έσπευσα να εκπληρώσω δύο μεγάλα απωθημένα που μαζεύτηκαν κατά το τέλος της σχολικής μου φάσης: αγόρασα ηλεκτρική κιθάρα και μηχανάκι. Η κιθάρα ακόμα υπάρχει στο πατρικό στην Αθήνα, στο δωμάτιο που είχαμε σαν παιδιά με τον αδερφό μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να βρω την υπομονή που χρειάζονταν να μάθω να τη χειρίζομαι. Το μηχανάκι ήταν το RD του Αντώνη. Το αγόρασα κρυφά από τους γονείς μου και το ανέβασα με το τρένο στη Θεσσαλονίκη μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων. Είχα χρησιμοποιήσει μέρος των χρημάτων που είχα βγάλει το καλοκαίρι αλλά και κάνοντας οικονομία. Πλήρωσα ένα μέρος της τιμής που συμφωνήσαμε με τον Αντώνη και του χρωστούσα ένα μεγαλύτερο. Μετά το μηχανάκι αντιμετώπισε πολλά σοβαρά προβλήματα, έγινε άχρηστο και το επέστρεψα στην Αθήνα. Έβαλα στόχο να πάρω μηχανή. Το μηχανάκι ακόμα το χρωστάω στον Αντώνη. Πήρα τελικά μια μηχανή, μια παλιά JAWA ταχυδρομική από τον ΟΔΔΥ. Πάντα προβληματική, ποτέ δεν κατάφερα να τη φτιάξω ώστε να ανέβει στη Θεσσαλονίκη. Κάποια στιγμή με άφησε έξω από το Αίγιο ένα βράδυ και την εγκατέλειψα. Η τρέλα με τις μηχανές κράτησε λίγο ακόμα. Παρακολουθούσα το Motosport και έγραψα δύο άρθρα στο ΜΟΤΟ. Ήξερα τα πάντα για τους αγώνες μοτοσυκλέτας και μπορούσα να ξεχωρίσω τα περισσότερα μοντέλα της εποχής από το θόρυβο. Με τον καιρό όμως άρχισα να κουράζομαι από τη συνεχόμενη απιθανότητα της απόκτησης μιας καλής ταξιδιάρικης μοτοσυκλέτας. Έπιασα και τη σχολή στα σοβαρά. Στο τρίτο έτος πλέον παράτησα την ιδέα της μοτοσυκλέτας.

Όλη αυτήν την περίοδο της ενασχόλησής μου με τα μηχανοκίνητα δίτροχα, το ποδήλατο είχε παροπλιστεί στην Αθήνα. Όσο έλειπα το χρησιμοποιούσε ο αδερφός μου αλλά όχι τόσο όσο το χρησιμοποιούσα εγώ. Τις περισσότερες φορές το έβρισκα στην αποθήκη. Στις διακοπές μου που επέστρεφα στο σπίτι σπάνια πια το χρησιμοποιούσα και εγώ. Αν ήταν να κάνω βόλτα εκεί κοντά έψαχνα ευκαιρία να πάρω κάποιο από τα μηχανάκια του Αντώνη, που ασχολούνταν με την επισκευή παλαιών μοτοσυκλετών. Ή να πάρω το αυτοκίνητο του πατέρα μου για καμιά βόλτα. Το 1986 έβγαλα δίπλωμα τόσο για αυτοκίνητο όσο και για μοτοσυκλέτα. Το ποδήλατο ήταν κάτι πολύ δευτερεύον στη ζωή μου τότε. Στα μισά του τρίτου έτους, εκεί κάπου που αποφάσισα να πιάσω σοβαρά τα μαθήματα και τη σχολή, αποφάσισα να πάρω το Kalkhoff στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς μου προσπάθησαν να με αποτρέψουν, αλλά εξουθενωμένοι από την αγωνία τους με τις μηχανές, είπαν «πάλι καλά» και δεν ζορίστηκαν περισσότερο. Την άνοιξη του 1987 το αγαπημένο μου ποδήλατο ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη φορτωμένο στο τρένο.

Η εντύπωση από τη χρήση του στην πόλη ήταν πολύ καινούρια. Άλλο οι βόλτες στις γειτονιές και στα προάστια και άλλο η καθημερινή μετακίνηση στο κέντρο μιας μεγαλούπολης. Η ευχάριστη πλευρά ήταν ότι ανακάλυψα το ποδήλατο σαν αστικό όχημα. Και ήταν υπέροχο. Ευέλικτο, ψηλό, γρήγορο ήταν πολύ χρήσιμο και με εξυπηρέτησε πολύ σε όλες μου τις δουλειές. Εκεί που πήγαινα με τα πόδια ή το λεωφορείο, τώρα έφτανα σε χρόνο ρεκόρ, άνετα και ευχάριστα με το ποδήλατο. Να σκεφτείτε, ότι την εποχή αυτή δεν υπήρχαν αστικοί ποδηλάτες και η θέα ενός ενήλικα πάνω σε ένα ποδήλατο στο κέντρο της πόλης, να κάνει σφήνες στην κίνηση φάνταζε εξωπραγματική. Διαπίστωσα ότι το ποδήλατο υπερείχε ακόμα και από το μηχανάκι. Το έπαιρνα μαζί μου πιο εύκολα και το βράδυ το έβαζα στο σπίτι. Υπήρχε όμως ένα τεράστιο μειονέκτημα. Έμενα στον Αγ. Παύλο και για να επιστρέψω στο σπίτι έπρεπε να ανέβω όλη την ανηφόρα της παλιάς πόλης. Κάθε φορά που τελείωνα τις δραστηριότητές μου τα βράδια επέστρεφα από την Ευαγγελίστρια, περνούσα από το νοσοκομείο Αγ. Δημήτριος και μετά ξεκινούσε το μαρτύριο της ανηφόρας, πλάι στα τείχη. Θυμίζω για ακόμη φορά ότι το Kalkhoff ήταν μονοτάχυτο. Ήταν εκείνη την εποχή αδύνατο να ανέβω όλη την ανηφόρα μέχρι πάνω. Αλλά και αν έφτανα έστω μέχρι τον Αγ. Παύλο, έμενε η οδός Κονίτσης, που για να την ανέβω πεζός αγκομαχούσα, πόσο μάλλον σαν ποδηλάτης. Σχεδόν πάντα αναγκαζόμουν να ξεπεζέψω και να σπρώχνω το ποδήλατο. Αυτό κάθε βράδυ, κάποιες φορές με κρύο και βροχή, ήταν πολύ δύσκολο να συνεχιστεί για πολύ. Σιγά σιγά άρχισα να ξαναπαίρνω το λεωφορείο. Το ποδήλατο έμενε στο σαλόνι του μικρού διαμερίσματος που νοίκιαζα.

Πρέπει να ήταν στο 3ο ή 4ο έτος, όταν ένας πολύ καλός μου φίλος από την Πάρο, ο Δημήτρης, μου ζήτησε να χρησιμοποιεί το ποδήλατο. Ο Δημήτρης σπούδαζε φυσικός αλλά είχε περάσει τον πρώτο χρόνο των σπουδών του στη Δασολογία και μέναμε στο ίδιο συγκρότημα δωματίων τότε, στην στροφή Τριανδρίας. Μετακομίσαμε γρήγορα και οι δύο από εκείνη την πολυκατοικία που είχε έναν απαράδεκτο ιδιοκτήτη. Εγώ πήγα στη Ροτόντα και μετά στον Αγ. Παύλο αλλά ο Δημήτρης βρήκε μία μονοκατοικία στην ίδια γειτονιά και έμεινε σχεδόν μέχρι τέλους. Ήταν ένας πολύ ωραίος τύπος, πάντα γελαστός και πρόθυμος να μάθει καινούρια πράγματα. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώριζα, που θα λέγαμε σήμερα ότι είναι «οικολόγος». Ζούσε όσο το δυνατόν πιο εναλλακτικά και συνειδητοποιημένα ως προς το περιβάλλον. Μου ζήτησε να δανειστεί το Kalkhoff και να το κυκλοφορεί για τις μετακινήσεις του, αφού εγώ δεν το αξιοποιούσα. Δέχτηκα μετά χαράς. Λυπόμουν να βλέπω το ποδήλατο που είχα αγαπήσει τόσο πολύ στο σαλόνι μου αχρησιμοποίητο. Το πήγα στο σπίτι του και το παρέδωσα στα χέρια του. Το κράτησε κάπου ένα χρόνο. Τις καλές μέρες το κυκλοφορούσε και όταν έκανε άσχημο καιρό το άφηνε στο σπίτι του. Δεν θυμάμαι που το φύλαγε, πάντως μια μέρα του το κλέψανε. Πρέπει να ήταν το τέλος του 4ου έτους ή η αρχή του 5ου, το 1988. Στεναχωρήθηκα πολύ.

Το Kalkhoff ήταν το ποδήλατο με το οποίο ενηλικιώθηκα. Το διάλεξα (ή με διάλεξε), το ονειρεύτηκα, το πήρα και το ευχαριστήθηκα όσο τίποτε μέχρι τότε στη ζωή μου. Σήμερα μπορώ να καταλάβω την αξία του, τότε είχα φτάσει να το ξεπεράσω και να ψάχνω για κάτι πιο φανταχτερό. Ένα κλασσικό ποδήλατο, ιδανικό για πόλη και μικρής κλίμακας ταξίδια, όμορφο και ασφαλές. Με το ποδήλατο αυτό μεγάλωσα, ονειρεύτηκα, έζησα. Η αίσθηση που μου έχει μείνει είναι γεμάτη από αναμνήσεις και βιώματα. Το έζησα αυτό το ποδήλατο, το ευχαριστήθηκα. Ακόμα και αν είχε άδοξο τέλος, έκλεισε έναν κύκλο της ανάπτυξης της δικής μου προσωπικότητας. Όταν το κλέψανε είχα πάψε πια να χρειάζομαι ποδήλατο. Στην ουσία έκλεισε ο πρώτος κύκλος της νιότης μου με αυτό. Ασχολήθηκα με άλλα πράγματα, μέχρι που συνάντησα ξανά το ποδήλατο λίγα χρόνια μετά στη Γερμανία σαν χρηστικό μέσο και τίποτε άλλο. Δεν ονειρεύτηκα ξανά βόλτες στις δύο ρόδες, στη φάση αυτή της ζωής μου. Είχε κλείσει ο κύκλος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα!

Advertisements

From → Ποδήλατο

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: