Skip to content

Το δεύτερο μάθημα

Το πρώτο μάθημα που σου δίνει το τρέξιμο είναι ότι μπορείς να κάνεις πολλά, πάρα πολλά. Το δεύτερο μάθημα που σου δίνει το τρέξιμο είναι ότι ότι δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα. Εκεί κοντοστέκεσαι και αναμετριέσαι με τον εαυτό σου. Και μαθαίνεις να αρκείσαι σε αυτά που έχεις.

Δεν ήταν δύσκολο να μπει στη ζωή μου το τρέξιμο. Σαν να ήταν όλα έτοιμα και περίμεναν την προσθήκη αυτή. Στα 40 μου, με καμία αθλητική προϋπηρεσία και με έντονη τη διάθεση για αλλαγή, ξεκίνησα δειλά δειλά τα πρώτα βήματα από περιέργεια και ύστερα από μια κουβέντα που είχα με ένα φίλο μου που έτρεχε παλιά. Δεν υπήρχε επιστροφή μετά το πρώτο βήμα. Γρήγορα ήρθε μια θεαματική βελτίωση στη φυσική μου κατάσταση, στις επιδόσεις, στη συνέπεια που απέκτησα στις προπονήσεις μου. Βελτιώθηκε ο ρουχισμός και ο εξοπλισμός μου. Οι πρώτοι αγώνες ήταν μια μεγάλη έκπληξη: μπορούσα να τρέξω μεγάλες αποστάσεις και να βελτιώνομαι πάνω σε αυτό. Ποτέ δεν είχα πιστέψει ότι θα έχω δύναμη, θέληση και αντοχή να γίνω κάτι τόσο απαιτητικό όσο είναι ένας δρομέας. Έκανα λάθος. Φυσικά και μπορούσα. Και εγώ και ο καθένας. Ο ενθουσιασμός ήταν απίθανος τα χρόνια αυτά. Άρχισα να δοκιμάζω τον εαυτό μου. Έτρεχα γρήγορα. Έτρεχα πολύ. Και έτρεχα και σε βουνά. Τελείωσα μαραθώνιους και είδα τους στόχους που έβαζα να πέφτουν. Είδα τον εαυτό μου να πιστεύει και να καταφέρνει. Το μάθημα που πήρα τότε, ήταν ότι μπορώ!

Μετά από κάποια χρόνια σαν να γύρισε ένας διακόπτης. Αν και φρόντιζα οι στόχοι που έβαζα να είναι ρεαλιστικοί και μέσα στα πλαίσια της ηλικίας και της φύσης μου, άρχισαν οι αποτυχίες. Γρήγορα διαπίστωσα ότι είχα χάσει την όρεξή μου να τρέχω. Έτσι άρχισαν να γίνονται αγγαρεία οι προπονήσεις. Άρχισα να ξεκόβω από δρομικές παρέες. Άρχισα να ανησυχώ για το χρόνο που αφιερώνω σε άλλα πράγματα. Συνέχισα να τρέχω πιο ασυντόνιστα και λιγότερο συστηματικά. Και ήρθαν και οι τραυματισμοί. Τα προγράμματα άρχισαν να μην βγαίνουν και οι αγώνες έγιναν βραχνάς. Τον Νοέμβριο που μας πέρασε στάθηκα στην εκκίνηση του Μαραθώνιου της Αθήνας, απροπόνητος και τραυματίας. Ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί πήγα στον αγώνα αυτόν. Η προδιαγεγραμμένη αποτυχία ήταν εκεί. Τερμάτισα μεν, αλλά δεν χάρηκα τον αγώνα αφού περπατούσα σε ένα μεγάλο μέρος του και στο τέλος επιδείνωσα τον τραυματισμό μου.

Στέκομαι τώρα κάνοντας παύση από το τρέξιμο για ανασύνταξη δυνάμεων. Το δεύτερο μάθημα που πήρα ήταν πολύ πιο ισχυρό από το πρώτο. Το τρέξιμο είναι σημαντικό αλλά πρέπει να βρει το χώρο του στην ψυχή μου και στη ζωή μου, όπου υπάρχουν και άλλα, πιο σημαντικά πράγματα. Είμαι τυχερός να έχω μια δουλειά μου με γεμίζει και ευτυχής να έχω μια οικογένεια μου με στηρίζει. Δρομικά λοιπόν δεν μπορώ να κάνω τα πάντα. Το πιο δύσκολο στο τρέξιμο δεν είναι να βελτιώσει κανείς τις επιδόσεις, αλλά να μπορέσει να το εντάξει στη ζωή του. Και αυτός είναι ο νέος μου στόχος.

[Το κείμενο αυτό λίγο διαφορετική μορφή δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Τρέχω» της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ στις 17/1/2015. Ευχαριστώ τον Γιάννη Βασαλάκη για την επιμέλεια και τη δημοσίευση]

Advertisements

Τα χρόνια της Γερμανίας (1991-1995)

Τα φοιτητικά χρόνια τελείωσαν στη Θεσσαλονίκη χωρίς καμία άλλη ενασχόληση με το ποδήλατο. Μετά το Kalkhoff, όχι μόνο δεν αγόρασα άλλο ποδήλατο, ούτε καν ανέβηκα σε κάποιο δανεικό. Δεν υπήρχαν άλλωστε ποδήλατα στην παρέα μου. Οι περισσότεροι ήταν πεζοί και κάποιοι είχαν μηχανάκια. Ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα χρήσης αυτοκινήτου. Το 1989 τον Σεπτέμβριο τελείωσα οριστικά με το πτυχίο έχοντας ήδη ξεκινήσει μεταπτυχιακό στο Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων. Έμεινα στα Χανιά δύο χρόνια πριν φύγω για τη Γερμανία για να κάνω το διδακτορικό μου. Το ποδήλατο είχε εξαφανιστεί από τη ζωή μου. Ασχολήθηκα με ένα δανεικό παπάκι, κάτι νοικιασμένα αυτοκίνητα και κυρίως με το αυτοκίνητο του πατέρα μου που ήταν στη διάθεσή μου όταν επέστρεφα στο πατρικό μου για διακοπές. Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτα διάβασμα και παρακολουθήσεις για να μπορέσω να ρεφάρω τη χασούρα στα μαθήματα που φορτώθηκα από τα πρώτα άγρια χρόνια των σπουδών μου. Τότε ανακάλυψα ότι ήμουν καλός στα μαθήματα και κυρίως στις εργασίες. Νομίζω ότι αυτό έγινε επειδή μου άρεσε αυτό που έκανα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου μετά το δημοτικό που ένιωσα δυνατός στη μάθηση και τη γνώση. Η σκέψη για μεταπτυχιακό άρχισε να με απασχολεί. Ξεκίνησα να ρωτάω για τη δυνατότητα λήψης υποτροφίας ή ενός προγράμματος που να μπορεί να με στηρίξει να συνεχίσω τις σπουδές μου στο εξωτερικό. Δυο πολύ καλοί μου φίλοι μου μίλησαν για τα Χανιά. Τους ακολούθησα και στα 22 μου ξεκίνησα μεταπτυχιακές σπουδές στα αγγλικά σε ένα διεθνές ινστιτούτο. Το νέο περιβάλλον και η ωρίμανση που μοιραία έρχονταν με απογείωσαν. Πήγαινα καλά στα μαθήματα και μάλιστα χωρίς να στερούμαι τις παρέες και τις βόλτες. Τα Χανιά είναι ένα υπέροχο μέρος να ζει κανείς όλο το χρόνο.

Στο δεύτερο χρόνο του μεταπτυχιακού μου, το 1990 ξεκίνησε η αναζήτηση για συνέχεια σε διδακτορικό. Υπήρχε μια προοπτική για να κάνω το βήμα αυτό στην αρχική μου σχολή στη Θεσσαλονίκη, αλλά προτιμούσα το εξωτερικό. Και κυρίως τη Γερμανία επειδή ήξερα τη γλώσσα, αλλά και επειδή η δασολογική επιστήμη στη χώρα αυτή ήταν πολύ ανεπτυγμένη. Έστειλα επιστολές και περίμενα. Το φθινόπωρο του 1990 άρχισαν οι πρώτες απαντήσεις. Τα πιο πολλά πανεπιστήμια απλά έστελναν προσπέκτους και φόρμες αιτήσεων. Από το πανεπιστήμιο του Göttingen, που ήταν η πρώτη μου επιλογή, ήρθε γράμμα από τον καθηγητή, τον Ιανουάριο του 1991. Μου ζητούσε να του στείλω περισσότερες διευκρινίσεις για το τι ήθελα. Αντί για μια νέα επιστολή, αγόρασα ένα εισιτήριο και πήγα στο Göttingen.

Έφτασα στις 14 Φεβρουαρίου 1991 στην αποβάθρα του σταθμού της πόλης. Παντού χιόνια και η θερμοκρασία στους -18C. Ποτέ άλλοτε δεν είχα βρεθεί σε τόσο κρύο. Βγήκα από το σταθμό και άρχισα να περπατάω πάνω στο παγωμένο πεζοδρόμιο. Ο πάγος έτριζε σε κάθε βήμα μου. Κουβαλούσα τη βαλίτσα μου ψάχνοντας το ξενοδοχείο που είχα κλείσει. Άκουσα πίσω μου ένα κουδουνάκι και κάποιον να με μαλώνει. Με προσπέρασε ένας φασκιωμένος ποδηλάτης κουνώντας τη γροθιά του. Περπατούσα πάνω στον ποδηλατόδρομο. Πρωτόγνωρα πράγματα. Ποδήλατο στα χιόνια, ποδηλατόδρομος… Σύντομα διαπίστωσα ότι το ποδήλατο ήταν ο βασιλιάς της πόλης. Ακόμα και στους -18C.

auto-fahrrad-winter-540x304

Η επίσκεψή μου στο Göttingen την εποχή αυτή αποδείχτηκε ιδιαίτερα επωφελής. Παρουσιάστηκα στο πανεπιστήμιο, στο ινστιτούτο δασικής γενετικής και έγινε αποδεκτή η αίτηση μου για διδακτορικές σπουδές εκεί. Έπρεπε να βρεθούν χρήματα για τις αναλύσεις στο εργαστήριο και χρήματα για τη δική μου διαβίωση. Αργότερα την ίδια χρονιά πέτυχα στις εξετάσεις του ΙΚΥ και πήρα υποτροφία για τρία χρόνια. Ταυτόχρονα εξασφάλισα μία εκπαίδευση 3 μηνών το καλοκαίρι του 1991 και υπέβαλα δύο προτάσεις για χρηματοδότηση της έρευνας, που και οι δύο έγιναν αποδεκτές. Όλες αυτές οι επιτυχημένες κινήσεις οδήγησαν στην περάτωση των διδακτορικών μου σπουδών σε ένα από τα πιο παλιά και παραδοσιακά πανεπιστήμια της Ευρώπης. Έμεινα στο Göttingen τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1991 και από τον Ιανουάριο του 1992 ως το τέλος του Ιουνίου του 1995, δηλαδή τρία χρόνια και κάτι παραπάνω. Και αφού η πόλη είχε για βασιλιά της το ποδήλατο, μοιραία αυτό έκανε την επανεμφάνισή του στη ζωή μου. Το comeback αυτό όμως δεν ήταν τελικά κάτι μεγάλο, καθώς έπαιξαν ρόλο οι ανηφόρες της πόλης, ο καιρός και ο έρωτάς μου με το αυτοκίνητο. Στη Γερμανία αγόρασα πρώτη φορά αυτοκίνητο. Πέρασαν τρία διαφορετικά αυτοκίνητα από τα χέρια μου, όλα παλιά που ήδη εκείνη την εποχή θεωρούνταν γραφικά. Κατάφερνα και τα συντηρούσα και έκανα με αυτά ταξίδια, σχεδόν κάθε φορά που είχα τη δυνατότητα να ξεφεύγω από το βαρύ πρόγραμμα που είχα με το διδακτορικό μου. Γύρισα όλη τη Γερμανία και τις γύρω χώρες: Γαλλία, Ελβετία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Βέλγιο, Αυστρία και Ιταλία. Με τη βενζίνη σε λογικές τιμές και την οικονομική μου κατάσταση τότε σχετικά καλή, βίωσα τα ταξίδια που μπορούσε να μου προσφέρει η αυξημένη μου εμβέλεια. Μέσα στην πόλη κυκλοφορούσα πάλι με το αυτοκίνητο. Κουβαλούσα ψώνια, ή κάποιους φίλους, ή αντιμετώπιζα τις ανηφόρες και το κρύο. Συνήθως υπήρχε κάποιο διαθέσιμο ποδήλατο, δανεικό, που όμως χρησιμοποιούσα πολύ λιγότερο. Τα σαββατοκύριακα που μπορεί να είχε καλύτερο καιρό, έκανα μερικές αποδράσεις και με το ποδήλατο για να θυμηθώ τα παλιά. Αλλά δεν ξεπερνούσα τα όρια της πόλης. Δεν είχα πολύ καλή φυσική κατάσταση και εύκολα κουραζόμουν, ίδρωνα και υπέφερα.

Δανεικό παλιό κουρσάκι (1992)

Τουλάχιστον τρία δανεικά ποδήλατα πέρασαν από τα χέρια μου από το 1991 ως το 1995, όσο έμενα στη Γερμανία. Μπορεί να ήταν και παραπάνω, αλλά τρία θυμάμαι να έχω χρησιμοποιήσει. Από αυτά τα τρία, μόνο το δεύτερο το είχα για κάμποσο καιρό και μπορώ να πω ότι το έζησα για ένα χρονικό διάστημα. Τα άλλα τα οδήγησα ελάχιστες φορές. Το πρώτο ποδήλατο που δανείστηκα από μία συνάδερφο από την Πολωνία, κόρη ενός καθηγητή με βαρύ όνομα, ήταν ένα γυναικείο μικρό ποδηλατάκι που με εξυπηρέτησε τους τρεις μήνες του καλοκαιριού του 1991, πριν ξεκινήσω επίσημα το διδακτορικό. Πολύ δύσκολο όχημα για μένα, περίσσευα πάνω του δραματικά και το επέστρεψα γρήγορα στην ιδιοκτήτριά του.

Όταν όμως το 1992 ξεκίνησα κανονικά το διδακτορικό με προοπτική να μείνω καιρό στο Göttingen, έπρεπε να βρω ποδήλατο στα μέτρα μου. Απευθύνθηκα στον Wilfried, ένα συνάδερφο με παρόμοιες διαστάσεις με εμένα. Μου έδωσε ένα παλιό σκουριασμένο κουρσάκι που είχε ο ίδιος δανειστεί από έναν ξένο φοιτητή από τη Βραζιλία χρόνια πριν. Ο Βραζιλιάνος είχε φύγει και το κουρσάκι έμεινε στον Wilfried που αφού το χρησιμοποίησε πολύ το έδωσε σε εμένα. Το ποδήλατο ήταν παλιό και σκουριασμένο σε πολλά σημεία. Το τιμόνι του ήταν γυρισμένο ανάποδα, παρέχοντας καλύτερη και πιο άνετη τοποθέτηση των χεριών στο τιμόνι, χωρίς να χρειάζεται να σκύβει κανείς πολύ. Τα λάστιχά του ήταν χοντρά και είχε φτερά, έτοιμο για το γερμανικό καιρό που δεν αστειεύεται. Το φως δεν δούλευε. Από τις υποτιθέμενες δέκα ταχύτητες δούλευαν μόνον οι πέντε, καθώς το ντεραγιέ του δίσκου απλά δεν υπήρχε! Και από τα πίσω 5 γρανάζια, μόνο τα 3 δούλευαν χωρίς πρόβλημα. Το ποδήλατο είχε μια εμφάνιση περιπετειώδη, ιδιαίτερη και ίσως και γελοία. Ήταν ατημέλητο, αλλά θηριώδες. Με σκουριές μεν αλλά δούλευε. Δεν θυμάμαι μάρκα ή τύπο. Τότε δεν τα γνώριζα. Πιθανότατα να ήταν κάποια από τις αμέτρητες μικρές γερμανικές μάρκες ποδηλάτων που υπήρχαν τότε – και τώρα. Η εμφάνισή του, ο τρόπος που δούλευε και το γεγονός ότι ήταν προσαρμοσμένο να λειτουργεί στη Γερμανία με οδήγησαν στο να βαφτίσω το ποδήλατο «Wilfried», σαν τον φίλο μου που μου το δάνεισε. Ένα παλαιάς κοπής γερμανικό όνομα, που παρέπεμπε σε παλαιάς κοπής γερμανικό όχημα. Η φωτογραφία που βάζω εδώ δείχνει πως ήταν το τιμόνι του και το γενικότερο στυλ του ποδηλάτου, αν και ο Wilfried ήταν πολύ πιο πολύχρωμος και σκουριασμένος!

528b471134a29

Το κράτησα δύο χρόνια περίπου αλλά το χρησιμοποιούσα σπάνια. Οι ανηφόρες ήταν πολλές στην παλιά μεσαιωνική πόλη και το πανεπιστήμιο που εργαζόμουν ήταν πάνω πάνω σε έναν απότομο λόφο. Η χρήση ποδηλάτου από κάποιον που δεν έκανε συστηματικά φυσική άσκηση ήταν δύσκολη. Και την εποχή που είχα το συγκεκριμένο ποδήλατο είχα ήδη αγοράσει και αυτοκίνητο, απολαμβάνοντας την εμβέλεια που μου παρείχε για την εξερεύνηση της κεντρικής Ευρώπης. Έκανα κάποιες προσπάθειες να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο μόνα τα ΣΚ για ψώνια και μακρινές βόλτες και το ποδήλατο για την καθημερινή μετακίνηση στην πόλη, κυρίως για περιβαλλοντικούς λόγους. Όμως αυτό γίνονταν συνεχώς και πιο δύσκολο. Λίγο καιρό μετά που βρήκα τον Wilfried μετακόμισα σε ένα χωριό έξω από το Göttingen. Ήταν έντεκα χιλιόμετρα από το σπίτι στο πανεπιστήμιο και μεσολαβούσε ένα ζόρικο βουνό. Η χρήση ποδηλάτου για το λόγο αυτό ήταν αδύνατη. Το ποδήλατο το άφηνα έξω από το πανεπιστήμιο και το χρησιμοποιούσα για τις ενδιάμεσες μετακινήσεις της ημέρας, όποιες και να ήταν αυτές. Ο καιρός όμως δεν βοηθούσε. Θυμάμαι μια χαρακτηριστική στιγμή πάνω στο ποδήλατο αυτό. Επέστρεφα στο πανεπιστήμιο από την πόλη, ποδηλατώντας πάνω στον ποδηλατόδρομο μιας κεντρικής αρτηρίας, πριν πιάσω την ανηφόρα. Έριχνε χιονόνερο με κόντρα αέρα και βασανιζόμουν πολύ. Κάποια στιγμή πέρασε ξυστά ένα φορτηγό και με έλουσε με το παγωμένο λασπόνερο από πάνω μέχρι κάτω. Τότε πήρα την απόφαση να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο πιο πολύ. Θυμάμαι το ποδήλατο να μένει βδομάδες στο σταντ έξω από το πανεπιστήμιο. Κάποια στιγμή είχε γεμίσει χιόνι και οι σκουριές του είχαν επεκταθεί. Πριν χειροτερέψει το επέστρεψα στον ιδιοκτήτη του, που το δέχτηκε απρόθυμα γιατί δεν είχε χώρο να το βάλει. Δεν ξέρω τι απέγινε το ποδήλατο αυτό. ίσως να δόθηκε για παλιοσίδερα ή να χαρίστηκε σε κάποιον άλλον φοιτητή που θα το αξιοποιούσε καλύτερα. Θυμάμαι ότι ο Wilfried (ο φίλος μου) προσπάθησε να το δανείσει και τελικά κάπου το χάρισε, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Την επόμενη φορά που θα τον βρω πρέπει να τον ρωτήσω. Πάντως το ποδήλατο αυτό, αν και του έβγαλα όνομα και το είχα στην κατοχή μου για δύο χρόνια, δεν μπόρεσα να το βάλω στη ζωή μου. Δεν μπορώ σήμερα να πω ότι συνδέθηκε με φάσεις της ζωής μου όπως τα προηγούμενα ή και τα επόμενα ποδήλατά μου. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια λυπάμαι που δεν το χρησιμοποίησα παραπάνω. Η περιοχή του Göttingen είναι πανέμορφη και οι συνθήκες ποδηλασίας στη Γερμανία είναι ιδανικές για τη χρήση αυτή. Απλά δεν ήμουν στη φάση του ποδηλάτου. Προτεραιότητα είχε το διδακτορικό μου, οι παρέες μου και σαν μετακίνηση χρησιμοποιούσα κυρίως το αυτοκίνητο.

Δύο χρόνια αργότερα μετακόμισα σε σπίτι στο Göttingen, κοντά στο πανεπιστήμιο. Θέλοντας να περιορίσω το αυτοκίνητο δανείστηκα ένα ωραίο και σχεδόν αχρησιμοποίητο ποδήλατο πόλης από τον φίλο μου και μετέπειτα κουμπάρο μου Reiner. Ο Reiner δεν έμενε στη Γερμανία και δεν είχε που να αφήσει το ποδήλατό του. Πολύ πιο άνετο και βολικό, το ποδήλατο αυτό θα έπρεπε να είχε τύχει πιο συστηματικής χρήσης από τη μεριά μου. Ήμουν όμως σε άλλη φάση όπως εξήγησα πριν. Το χρησιμοποίησα ελάχιστες φορές και λίγους μήνες μετά την απόκτησή του το ποδήλατο κλάπηκε από την ειδική αποθήκη των ποδηλάτων της πολυκατοικίας μου, μαζί με όλα τα ποδήλατα που ήταν μέσα. Κάποιος πρέπει να πήγε και να τα φόρτωσε μαζικά. Στεναχωρήθηκα κυρίως λόγω του Reiner που ξέρω ότι το ήθελε το ποδήλατο αυτό. Μετά το συμβάν αυτό δεν ανέβηκα ξανά σε ποδήλατο για πολλά χρόνια. Πίστεψα ότι το ποδηλατικό κομμάτι της ζωής μου είχε περάσει πια. Ότι το ποδήλατο, συνδεδεμένο με την πρώιμη νιότη και και την παιδική μου ηλικία είχε μείνει στο παρελθόν. Σκέφτηκα κάποιες φορές με νοσταλγία το ποδήλατο τα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά ήξερα – ή έτσι νόμιζα – ότι πια θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιήσω το όχημα αυτό, ειδικά με την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Όπως θα διαβάσετε στα επόμενα, είχα πέσει πολύ έξω!

Γυμνάσιο – Λύκειο και τα φοιτητικά χρόνια (1978-1989)

Η 1η Γυμνασίου που ξεκίνησε το 1978 τον Σεπτέμβριο, συνέπεσε με το ξεκίνημα πολλών πραγμάτων ταυτόχρονα. Καινούργιο σχολείο με καινούργιους συμμαθητές, καινούργια γειτονιά με άπλα και χώρο για παιχνίδι, καινούργιοι φίλοι και νέες δραστηριότητες που είχα στερηθεί στην Κυψέλη: ποδόσφαιρο από το πρωί ως το βράδυ, γύρες στις γειτονιές, συζητήσεις και επικοινωνία με συνομήλικους εκτός σχολείου, νέες δυναμικές κοινωνικές σε σχέση με το περιβάλλον. Φτιάξαμε μια ομάδα όπου γίνονταν ένας άτυπος αγώνας για την ηγεμονία. Υπήρχαν κορίτσια τριγύρω. Άρχισαν αντιπαλότητες και συμμαχίες με άλλες γειτονιές. Αποκτήσαμε ταυτότητα σαν παιδιά μιας συγκεκριμένης γειτονιάς και μιας συγκεκριμένης παρέας. Ως τότε ήμασταν τα παιδιά των γονιών μας. Τώρα ήμασταν τα παιδιά της γειτονιάς της Άνω Πεύκης, ή της Άρεως, ή της πάνω γειτονιάς, μιας και μέναμε πάνω σε ύψωμα. Και η κινητικότητα μαζί με το status του καθενός ορίζονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από το ποδήλατο.

Το Velamos που τότε βγήκε από τις αποθήκες στο φως του ήλιου και τότε μόνο έχασε τις βοηθητικές του ρόδες ήταν ακατάλληλο για το νέο αυτό περιβάλλον και για μένα. Σύντομα έγινε το ποδήλατο του αδερφού μου, οπότε εγώ άνοιξα πανιά για αλλού. Αυτή τη φορά ήξερα τι ήθελα. Ένα μεγάλο, ψηλό ποδήλατο, που να μπορώ με αυτό να ανοίγομαι και σε άλλες γειτονιές. Ονειρευόμουν να πηγαίνω με το νέο μου ποδήλατο στο σχολείο. Κάτι που τότε μου φαίνονταν μυθικό επίτευγμα. Το σχολείο μου ήταν στον Παράδεισο Αμαρουσίου, κάπου 3-4 χιλιόμετρα μακρυά. Αν οι γονείς μου ήξεραν τότε τις σκέψεις μου θα είχαν απελπιστεί. Ένα νέο ποδήλατο λοιπόν έγινε στόχος και όλο το χειμώνα της 1ης Γυμνασίου ήταν η μόνιμη σκέψη μου.

Kalkhoff (1979)

Υπάρχουν ορισμένα ποδήλατα που δεν χρειάζεται κανείς έρευνα αγοράς ή πολλή σκέψη για να τα αγοράσει. Καλούν από μόνα τους τον νέο τους ιδιοκτήτη μέσα από μία ανεξήγητη έλξη που ασκούν στην ψυχή του. Ήταν άνοιξη του 1979 και η 1η Γυμνασίου όδευε προς το τέλος της με χίλια μύρια προβλήματα την εποχή εκείνη για μένα. Ήταν μια κακή χρονιά στο σχολείο: δεν είχα καταφέρει να προσαρμοστώ στις νέες συνθήκες και οι επιδόσεις στα μαθήματα ήταν οριακές, αλλά το πιο σημαντικό τότε για τη 12-χρονη ψυχή μου ήταν η αδυναμία ένταξης στην κοινωνία της τάξης. Για κάποιο λόγο που ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω πλήρως, τα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου δεν ήταν καλά. Ενώ εύκολα μπαίνω σε παρέες και κοινωνικοποιούμαι από παιδί μέχρι και σήμερα, με τους συμμαθητές της περιόδου αυτής δεν υπήρχε επικοινωνία. Το αίτημά μου για ένα νέο ποδήλατο ήταν διαρκές προς του γονείς μου και κάλυπτε πολλά κενά που είχαν δημιουργηθεί στην ψυχή μου τότε. Ονειρευόμουν τον εαυτό μου πάνω σε αυτό, να διασχίζω τις γειτονιές και να μην κοιτάω πίσω μου.

Για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι, βρέθηκα την άνοιξη του 1979 με τους γονείς μου στο κέντρο της Αθήνας στην οδό Αιόλου. Τότε υπήρχαν δύο πολυκαταστήματα εκεί. Το ΜΙΝΙΟΝ και ο Λαμπρόπουλος. Νομίζω και Κατράντζος Σπορ απέναντι. Τέλος πάντων, στη βιτρίνα του Λαμπρόπουλου στέκονταν το καινούργιο μου ποδήλατο. Δεν ήταν δικό μου ακόμα, αλλά ήξερα ότι ήταν! «Αυτό θέλω», είπα και έδειξα με το δάχτυλο. Στάθηκα μπροστά στη βιτρίνα και το χάζεψα. Η μητέρα μου πρέπει να είπε ότι ήταν πολύ μεγάλο και θα σκοτωνόμουν. Ο πατέρας μου πρέπει να είπε ότι ήταν πολύ ακριβό. Αλλά εγώ ήμουν χαρούμενος. Είχα κλειδώσει τον στόχο. Kalkhoff, ανοιχτό πράσινο, city ή trekking. Με φτερά, σχάρα, μια μικρή τρόμπα στο πλάι. Με 28άρες ρόδες (μεγάλες δηλαδή). Την εποχή εκείνη έφτιαχναν και ρόδες 27 ή 27,5 ιντσών και δεν θυμάμαι ακριβώς.  Ταχύτητες δεν είχε, ήταν μονοτάχυτο. Ήταν πολύ μουράτο ποδήλατο, γιατί όντως ήταν ακριβό για την εποχή αυτή και τώρα που το σκέφτομαι είναι περίεργο. Θέλω να πω ότι την εποχή αυτή κυκλοφορούσαν πλέον πολλά ποδήλατα με ταχύτητες σε όλες τις κατηγορίες. Για να είναι μονοτάχυτο και ακριβό, σημαίνει ότι πρέπει να ήταν πολύ καλής ποιότητας.

Τότε δεν ήξερα αλλά τώρα ξέρω: η Kalkhoff είναι κλασσική και σταθερή αξία στα ποδήλατα. Γερμανική εταιρεία με ειδίκευση την εποχή εκείνη στα κουρσάκια, τα αγωνιστικά ποδήλατα δηλαδή με τις 10 ταχύτητες. Άρα το μονοτάχυτο city πρέπει να ήταν απλά ένα ακριβό μοντέλο, όπου το όνομα έπαιζε ρόλο στην τιμή, εκτός από την ποιότητα. Σαν να έπαιρνες σήμερα Mercedes μικρό για την πόλη το φαντάζομαι. Σήμερα λοιπόν, έκανα μια έρευνα στο διαδίκτυο να δω τι φήμη έχει η Kalkhoff και με την κρυφή ελπίδα να ανακαλύψω κάπου το μοντέλο που είχα αγοράσει τότε. Έμαθα πολλά για την εταιρεία και την ιστορία της, αλλά τίποτε για το μοντέλο αυτό που με είχε συνεπάρει. Έστειλα email στην εταιρεία και ρώτησα και τον Παντελή. Από την εταιρεία μου απάντησαν ότι δυστυχώς δεν έχουν απάντηση στο ερώτημά μου.

Όπως και να έχει, το Kalkhoff αυτό στοίχειωσε τη σκέψη μου και έγινε στόχος. Μπήκε το καλοκαίρι και το σχολείο τελείωσε. Δίναμε και εξετάσεις τότε, σε επιτροπή καθηγητών του δημοσίου. Θυμάμαι ότι είχα γράψει καλύτερα από τους βαθμούς που μου έβαζαν οι καθηγητές μου. Πέρασα την τάξη, κάτι που δεν ήταν σίγουρο τη χρονιά αυτή, τόσο χάλια τα είχα πάει. Το 1979 ήταν μια πολύ σημαντική χρονιά, γεμάτη με μικρές προσωπικές επαναστάσεις. Απέκτησα τις δύο πρώτες μου κασέτες ροκ. Queen «the game» και Police «outlamos d’ amour». Από τότε που τις άκουσα δεν κοίταξα ποτέ πίσω στους Boney M και την Donna Summer. Έγινα ροκάς. Η πιο αποφασιστική δε κίνηση ήταν ο πρώτος δίσκος των Rainbow που έφτασε στο σπίτι σαν δώρο σε κάποια γιορτή. Επειδή δεν είχαμε πικάπ, τον  άκουσα στο σπίτι ενός φίλου και τον έγραψα σε κασέτα. Έμαθα απ έξω κάθε στίχο, κάθε νότα, κάθε ήχο!

Τις ίδιες ημέρες που γίνονταν αυτά, ζήτησα από τον πατέρα μου να δουλέψω το καλοκαίρι. Όπως καταλάβατε από την ιστορία του Velamos, οι γονείς μου και ιδιαίτερα ο – μακαρίτης πλέον – πατέρας μου ήταν συντηρητικοί στο θέμα της ασφάλειας και της ελευθερίας που έπρεπε να έχω σαν παιδί. Είχαν έναν απίστευτο φόβο μην πάθω τίποτε. Όσο πιο πολύ με φύλαγαν, τόσο πιο πολύ ξεσάλωνα και έκανα ακριβώς αυτά που δεν ήθελαν να κάνω. Στο θέμα της εργασίας όμως ο πατέρας μου εξηγήθηκε σπαθί που λένε. Όχι μόνο δεν είχε αντίρρηση να εργαστώ, αλλά όταν ο φούρναρης της γειτονιάς αρνήθηκε να απασχολήσει ένα 12χρονο παιδί, ο πατέρας μου τον μετέπεισε, δίνοντάς του μάλιστα κρυφά 100 δραχμές την ημέρα να μου δίνει εκείνος σαν δήθεν μεροκάματο. Αυτό κρατήθηκε μυστικό μέχρι που τελείωσα το σχολείο. Και αυτό, ενώ ο πατέρας μου ήξερε τι θα έκανα τα χρήματα που θα κέρδιζα: θα αγόραζα το Kalkhoff από το Λαμπρόπουλο. Και επειδή μάλιστα μετά από ένα μήνα εργασίας τα χρήματα που είχα μαζέψει δεν έφταναν, ο πατέρας μου συμπλήρωσε το ποσό. Το καλοκαίρι του 1979, ένα φορτηγό του Λαμπρόπουλου ήρθε και ξεφόρτωσε το Kalkhoff στο σπίτι μας.

Η αίσθηση της οδήγησης ενός τέτοιου ποδηλάτου ήταν τότε απερίγραπτη. Σαν εκείνο το αγωνιστικό στη Ραφήνα, αλλά πολύ πιο άνετο και κυρίως δικό μου! Άρχισα να γυρίζω τα στενά γύρω από το σπίτι μας στην Άρεως σαν σίφουνας. Εκεί που αγκομαχούσα με το Velamos τώρα πέταγα. Το ποδήλατο αυτό ήταν το πρώτο σε πολλές κατηγορίες για μένα. Ήταν το πρώτο ποδήλατο που διάλεξα αποκλειστικά μόνος μου, το πρώτο για ενήλικες. Ήταν όχημα, μεταφορικό μέσο και όχι παιχνίδι για παιδιά. Ήταν σοβαρό ποδήλατο. Ο έρωτας ήταν σφοδρός και κράτησε χρόνια. Το ποδήλατο αυτό με συντρόφευε σε όλη μου τη σχολική διαδρομή, μέχρι να τελειώσω το Λύκειο. Ήταν το σήμα κατατεθέν μου. Ήμασταν δεμένοι, το Kalkhoff και εγώ, σαν ένα. Δεν υπήρχε σχεδόν μέρα που να μην ανέβω να κάνω βόλτα. Στην αρχή μόνο για διασκέδαση. Μετά για τολμήματα με βόλτες σε άλλες γειτονιές και ακόμα πιο πέρα. Και τέλος, στο Λύκειο για καθημερινές μετακινήσεις.

Η χρήση του ποδηλάτου αυτού ακολούθησε την πορεία της εφηβικής μου ανάπτυξης και της απελευθέρωσης μου από τη γονική μέριμνα και καθοδήγηση. Στην αρχή, στα χρόνια του Γυμνασίου, το Kalkhoff το χρησιμοποιούσα να τριγυρνάω στη γειτονιά, όταν δεν είχα σχολείο ή διάβασμα. Για τους γονείς μου ήταν ακόμα παιχνίδι. Στη γειτονιά ακόμα κάναμε κόντρες να δούμε ποιος είναι πιο γρήγορος. Στην αρχή κέρδιζα εγώ, μετά ήρθαν και άλλοι με άλλα ποδήλατα. Οι γονείς μου ακόμα ασχολούνταν με την ασφάλειά μου και αγωνιούσαν μην χτυπήσω. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με μια φίλη της μητέρας μου, που όταν την είδα ενώ οδηγούσα, τη χαιρέτησα με μια κίνηση του χεριού. Εκείνη πήγε στη μητέρα μου και της είπε ότι οδηγούσα με το ένα χέρι, και η μητέρα μου με μάλωσε. Την επόμενη φορά που είδα ξανά τη συγκεκριμένη φίλη, σήκωσα και τα δύο χέρια από το τιμόνι ταυτόχρονα και τη χαιρέτησα με θέρμη. Νομίζω ότι το πήρε το μήνυμα! Σιγά σιγά οι γονείς μου έπαψαν να με ελέγχουν ως προς το ποδήλατο και να μου έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη. Πήγαινα παντού πλέον με αυτό. Η μεγαλύτερη αναμέτρηση ήταν με τις ανηφόρες. Το Kalkhoff ήταν μονοτάχυτο και οι ανηφόρες δύσκολες. Επιπλέον, επειδή το σπίτι μας ήταν σε ύψωμα, όπου και να πήγαινα έπρεπε στο γυρισμό να ανέβω ανηφόρα. Μπορεί το ποδήλατο να ήταν μεγάλο και γρήγορο, αλλά στις ανηφόρες είχε δυσκολία. Υπήρχε δε μια ανηφόρα στην οδό Φαιστού, που δεν κατάφερνα να την ανέβω στην αρχή. Έφτανα μέχρι πάνω, αλλά δεν μπορούσα να την τελειώσω και αναγκαζόμουν να ξεπεζέψω. Αυτό κράτησε ένα χρόνο, ώσπου κάποια στιγμή στην 3η Γυμνασίου κατάφερα να την ανέβω. Όμως μου έμεινε άχτι η δυσκολία της.

Την εποχή εκείνη ξεκίνησε η εξερεύνηση της περιοχής και οι εξορμήσεις σε άλλες γειτονιές. Σύντροφος και συνοδοιπόρος στις αναζητήσεις αυτές ήταν ο φίλος μου ο Βαγγέλης. Πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο αλλά σε διαφορετικό τμήμα. Μέναμε πολύ κοντά. Ο Βαγγέλης είχε ένα πολύ όμορφο αγωνιστικό με 12 ταχύτητες. Ήταν κατά πολύ καλύτερο από το Kalkhoff. Δεν θυμάμαι τι τύπου ήταν, νομίζω Motobecane. Άλλος στην παρέα μας ήταν ένας ακόμα της γειτονιάς του Βαγγέλη, ο Αντώνης, με ένα παλιό ποδήλατο που δεν θυμάμαι επίσης τι μάρκα ήταν. Γυρίζαμε συχνά οι τρεις μας. Στην αρχή δοκιμάσαμε άλλες γειτονιές της Πεύκης. Μετά εξαπλωθήκαμε σε μέρη με κίνηση, όπως ήταν το Μαρούσι και η Κηφισιά. Μια φορά κατεβήκαμε Αθήνα στους Αμπελόκηπους. Αρκετές φορές βρεθήκαμε στο Τατόι, στο αεροδρόμιο δίπλα εκεί που ήταν οι γραμμές του τρένου. Τότε αυτές οι αποστάσεις μου φαίνονταν εξωπραγματικές και οι εξορμήσεις μας αυτές φάνταζαν άθλοι!

Προσπαθώ να θυμηθώ κάποια χαρακτηριστικά περιστατικά της συνύπαρξής μου με το Kalkhoff. Υπάρχουν τόσα πολλά. Δεν θυμάμαι μία στιγμή της περιόδου αυτής που να μην είναι συνδεδεμένη με το ποδήλατο αυτό. Και δεν ήταν όλες οι στιγμές ευχάριστες. Είχα ένα ατύχημα, που είναι τόσο χαζό, που πολύ θα ήθελα να το διαγράψω από τη μνήμη μου. Αλλά έχω μία ουλή κάτω από το σαγόνι να μου το θυμίζει. Πηγαίναμε με τον Βαγγέλη βόλτα προς τα βορειοδυτικά της Πεύκης, μάλλον με στόχο την εθνική οδό και πιο πέρα ίσως. Διασχίζαμε έναν ήσυχο δρόμο και κινούμασταν πλάι πλάι μιλώντας. Μας μπήκε η ιδέα να δούμε σε ποια από τις δικές του 12 ταχύτητες αντιστοιχούσε η δική μου μία και μοναδική. Αποφασίσαμε να κοιτάμε ο ένας τα πετάλια του άλλου μέχρι να καταφέρουμε να τα περιστρέφουμε με τον ίδιο ρυθμό και τότε να δούμε τι ταχύτητα θα είχε ο Βαγγέλης. Κοιτώντας όμως τα πετάλια μας δεν βλέπαμε μπροστά. Πηγαίνοντας με σχετικά μεγάλη ταχύτητα, χτύπησα ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο και έπεσα πάνω στο καπώ. Το πιρούνι του ποδηλάτου μου τσάκισε. Με πήραν τα αίματα. Είχα μια μεγάλη πληγή στο σαγόνι. Φύγαμε άρον άρον, εγώ πάνω στο Kalkhoff με το σπασμένο πιρούνι και μια θεία στο μπαλκόνι να ρωτάει αν έπαθε τίποτε το αυτοκίνητο. Πήγαμε στο σπίτι του Βαγγέλη όπου κατάφερα να κλείσω την πληγή και να βάλω τσιρότο. Στους γονείς μου είπα ότι ήταν ένα μικρό χτυπηματάκι. Το ποδήλατο το έφτιαξα τις επόμενες μέρες με χρήματα που είχα στην άκρη. Τότε μάζευα λεφτά από χαρτζιλίκια και κυρίως από τις δουλειές που έκανα στις διακοπές, καλοκαίρι, Χριστούγεννα και Πάσχα. Δούλευα συνήθως σε ένα βενζινάδικο και τα χρήματα από τα πουρμπουάρ τότε ήταν καλά, για ένα παιδί στην ηλικία μου. Τα χρησιμοποιούσα κυρίως για να αγοράζω δίσκους και να πηγαίνω σινεμά. Το Kalkhoff δεν μου στοίχιζε πολύ. Προβλήματα έβγαλε μόνο στη μεσαία τριβή μια εποχή και αναγκάστηκα να αλλάξω πεταλιέρα. Που και που κανένα μπάλωμα και το πιρούνι που έσπασα στο ατύχημα. Άλλη μια φορά είχα σπάσει το πιρούνι, πιο μικρός, κάνοντας μαγκιές και κατεβαίνοντας σκαλιά. Γενικά ήταν ένα βολικό ποδήλατο που ήθελε ελάχιστη συντήρηση, ίσως επειδή δεν είχε ταχύτητες.

Στην οδήγηση του ποδηλάτου είχα γίνει μεγάλος δεξιοτέχνης, αλλά ορισμένα κόλπα δεν μπορούσα με τίποτε να τα κάνω. Θυμάμαι με ζήλια τον Αντώνη που έκανε σούζα διαρκείας 50 πεταλιές και βάλε. Εγώ δεν μπορούσα ούτε 2. Ήμουν όμως καλός στο χειρισμό του ποδηλάτου στην κίνηση. Και επίσης ήταν ολοφάνερο ότι είχα αντοχές για μεγάλες διαδρομές. Την περίοδο αυτή έκανα και πολλές παράτολμες ενέργειες. Αν και το ποδήλατο δεν ήταν για αυτήν τη δουλειά, κάναμε ότι πιο χαζό μπορεί κανείς να φανταστεί. Άλματα, σκάλες, απότομοι ελιγμοί και φυσικά τούμπες. Και αυτό είναι πολύ περίεργο γιατί στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας ή του αυτοκινήτου είμαι πολύ συντηρητικός. Θέλω να πω ότι εξελίχτηκα σε πολύ ήρεμο και μάλλον αργό οδηγό. Με το ποδήλατο όμως έκανα πολλές τρέλες. Ίσως να ξεχαρμάνιασα νωρίς και να μην έμεινε αρκετή τρέλα για άλλα οχήματα.

Στο Λύκειο πλέον τα πράγματα σοβάρεψαν με τα μαθήματα. Είχα ξεκινήσει φροντιστήριο από το καλοκαίρι του 1982 στο Μαρούσι. Ήταν εντατικά καλοκαιρινά τμήματα. Επειδή πήγαινα σε ξενόγλωσσο σχολείο έπρεπε να συνηθίσω την ελληνική ορολογία και να ετοιμαστώ για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Την περίοδο αυτή είχα ανεξαρτητοποιηθεί πολύ από τους γονείς μου. Δεν με ρωτούσαν πια που πήγαινα και που γυρνούσα. Και εγώ βέβαια ήμουν πολύ προβλέψιμος. Ήμουν πάνω σε μια σέλα και γύρναγα! Το ποδήλατο από το 1981 και μετά έγινε το βασικό καθημερινό μεταφορικό μέσο. Και προς το σχολείο κάποιες φορές αλλά κυρίως προς το φροντιστήριο και ότι άλλο υπήρχε. Τις περιοχές γύρω από το Μαρούσι, την Πεύκη και την Κηφισιά τις είχα οργώσει. Επειδή ήταν μονοτάχυτο δεν μπορούσα να ανέβω βουνά, όπως είναι η Πάρνηθα ή η Πεντέλη. Μπορούσα όμως να ανοιχτώ σε απόσταση. Με τα διαβάσματα όμως ο χρόνος ήταν περιορισμένος. Στη μουσική παρέμενα ροκάς και μάλιστα είχα επεκταθεί και στο μέταλλο. Είχα ένα ευρύ φάσμα ακουσμάτων και η δισκοθήκη μου ξεκινούσε από κλασσικό ροκ και έφτανε μέχρι κάτι φωνακλάδες που σήμερα θεωρούνται cult. Με τα κορίτσια η ενασχόληση ήταν δυστυχώς θεωρητική, αν και συναισθηματικά – για μένα – πολύ έντονη. Κατά καιρούς έφευγα μόνος με το Kalkhoff και πήγαινα στις γειτονιές που έμενε η μία ή ή άλλη κοπέλα που μου άρεσε κατά καιρούς. Δεν ήξερα αν ήθελα να τις πετύχω ή όχι. Μια φορά που πέτυχα τελικά μία, έφυγα χωρίς καν να τη χαιρετήσω. Την άλλη μέρα με ρώτησε αν ήμουν στη γειτονιά της και εγώ το αρνήθηκα…

Αυτό το ποδήλατο, το Kalkhoff με το πράσινο μεταλλικό χρώμα, την καφέ σέλλα, τις απαλές όμορφες γραμμές και τη σχάρα, με συντρόφευσε σε όλη τη διαδρομή από την παιδική ηλικία ως την ενηλικίωσή μου. Με πήγε σε άλλες γειτονιές και σε άλλες περιοχές. Με πήγε σε όνειρα και σκέψεις, σε αναζητήσεις. Έζησε μαζί μου τις δυσκολίες της σχολικής περιόδου, ήταν εκεί στις συνευρέσεις της γειτονιάς και στα χαχανίσματα των διαλειμμάτων του φροντιστηρίου με τις καινούριες μου παρέες. Ήταν η μόνη μου συντροφιά στις άσκοπες βόλτες σε άγνωστες γειτονιές με τη σκέψη μου να τρέχει. Έγινε όχημα κίνησης, διαφυγής, ωρίμανσης. Το έζησα αυτό το όχημα. Ήταν πιστός φίλος. Και όλα αυτά τα συνειδητοποιώ τώρα. Τότε δεν μπορούσα να ξέρω ότι άλλαζα τόσο πολύ. Τώρα ξέρω ότι το μονοτάχυτο Kalkhoff που με δυσκόλευε στις ανηφόρες ήταν το πιο σημαντικό ποδήλατο που είχα ποτέ. Απέκτησα πολλά άλλα ποδήλατα, πιο όμορφα, πιο γρήγορα, πιο καλοτάξιδα. Αλλά με το Kalkhoff μεγάλωσα. Ήταν μια αντανάκλαση του εαυτού μου.

Κάποια στιγμή το βαρέθηκα το ποδήλατο αυτό. Ξέρω πόσο άδικος είμαι τώρα που το σκέφτομαι. Αλλά τότε, στην 3η Λυκείου και στα 17 μου χρόνια, το απαξίωσα. Ανέβαινα τα βράδια μετά το φροντιστήριο τη Βασ. Αλεξάνδρου και γύρναγα το δεξί χερούλι σαν να άνοιγα το γκάζι μιας μοτοσυκλέτας. Στην 3η Λυκείου ήθελα κάτι παραπάνω. Ήθελα να ξεχύνομαι άκοπα στην ανηφόρα και να μπορώ να ταξιδεύω πολύ πιο μακρυά. Ήθελα ένα άλλο όχημα να με χαρακτηρίζει. Ήθελα μηχανή. Και ήξερα ότι οι γονείς μου δεν θα με άφηναν ποτέ. Οπότε το καημένο το Kalkhoff μου φαίνονταν καταδίκη! Ακόμα και για ποδήλατο ήταν ξεπερασμένο. Θυμάμαι με τεράστια ζήλια έναν φαντασμένο τυπά που έκανε την εμφάνισή του στη γειτονιά μας τότε με ένα ροζ Mercier 12τάχυτο. Ήταν το πιο όμορφο ποδήλατο που είχα δει μέχρι τότε. Δεν ξέρω αν τον αντιπάθησα πρώτα ή αν ζήλεψα το ποδήλατό του τόσο πολύ. Πάντως ήταν ένας άθλιος φιγουρατζής, που μάζευε γύρω του διάφορους αυλικούς και διάφορα κορίτσια. Η δική μου παρέα, ειδικά ο Βαγγέλης το μυρίστηκαν από την αρχή και ξέκοψαν. Το ίδιο και εγώ. Αλλά αυτό το ποδήλατο, που δεν μπορούσα να έχω, μου χάλαγε τον ύπνο. Την εποχή εκείνη επίσης ο Αντώνης άρχισε να ασχολείται συστηματικά με μηχανάκια και απέκτησε ένα Yamaha RD 50. Μου το έδινε πολλές φορές για βόλτα. Μπροστά στα βιώματα αυτά, το Kalkhoff φαίνονταν λίγο. Θύμωνα που δεν είχα κάτι άλλο. Μέσα στην τρέλα των 17, όπου όλα γύρω μου άλλαζαν, το ποδήλατο αυτό συνέχισε να είναι δίπλα μου και να το χρησιμοποιώ καθημερινά, αλλά είχε χάσει πια την αίγλη που του είχα δώσει στην αρχή.

Το 1984 το καλοκαίρι έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις. Είχα δηλώσει δύσκολες σχετικά σχολές και δεν περίμενα να περάσω. Ξεκίνησα αμέσως να εργάζομαι σαν κλητήρας σε μία ναυτιλιακή εταιρεία στον Πειραιά. Πέρασαν δύο μήνες και βγήκαν τα αποτελέσματα. Είχα περάσει στη Θεσσαλονίκη, στο Τμήμα Δασολογίας. Τα νέα ήταν διπλά καλά: μια επιστήμη που την ήθελα και κυρίως, μακρυά από το σπίτι μου. Ξεκίνησε έτσι τον Σεπτέμβριο του 1984 ένα συναρπαστικό κεφάλαιο στη ζωή μου, που περιλάμβανε και την οριστική μου ενηλικίωση. Στα 17 μου μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη, έζησα όμορφες και άσχημες στιγμές, έμπλεξα και ξέμπλεξα από περίεργες καταστάσεις και απέκτησα εμπειρίες. Την πόλη την αγάπησα με τη μία. Ακόμα τη θεωρώ πατρίδα μου και πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να τη σκέφτομαι. Και ας μην υπάρχει πια. Εννοώ ότι η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 80 έχει χαθεί. Τώρα έχει γίνει μια άλλη πόλη. Τότε δεν υπήρχε περιφερειακός, το πανεπιστήμιο ήταν ασφαλές από πλευράς εγκληματικότητας και αν πήγαινες στο κέντρο πάντα έβρισκες παρέα. Γίνονταν διάφορα δρώμενα και οι παρέες ήταν ζωντανές και άνετες. Η πόλη είχε χαρακτήρα. Όλα αλλάζουν στη ζωή, το ίδιο και οι πόλεις. Στα 17 μου βρέθηκα σε ένα νέο σύμπαν. Μέσα στο πρώτο έτος, έσπευσα να εκπληρώσω δύο μεγάλα απωθημένα που μαζεύτηκαν κατά το τέλος της σχολικής μου φάσης: αγόρασα ηλεκτρική κιθάρα και μηχανάκι. Η κιθάρα ακόμα υπάρχει στο πατρικό στην Αθήνα, στο δωμάτιο που είχαμε σαν παιδιά με τον αδερφό μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να βρω την υπομονή που χρειάζονταν να μάθω να τη χειρίζομαι. Το μηχανάκι ήταν το RD του Αντώνη. Το αγόρασα κρυφά από τους γονείς μου και το ανέβασα με το τρένο στη Θεσσαλονίκη μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων. Είχα χρησιμοποιήσει μέρος των χρημάτων που είχα βγάλει το καλοκαίρι αλλά και κάνοντας οικονομία. Πλήρωσα ένα μέρος της τιμής που συμφωνήσαμε με τον Αντώνη και του χρωστούσα ένα μεγαλύτερο. Μετά το μηχανάκι αντιμετώπισε πολλά σοβαρά προβλήματα, έγινε άχρηστο και το επέστρεψα στην Αθήνα. Έβαλα στόχο να πάρω μηχανή. Το μηχανάκι ακόμα το χρωστάω στον Αντώνη. Πήρα τελικά μια μηχανή, μια παλιά JAWA ταχυδρομική από τον ΟΔΔΥ. Πάντα προβληματική, ποτέ δεν κατάφερα να τη φτιάξω ώστε να ανέβει στη Θεσσαλονίκη. Κάποια στιγμή με άφησε έξω από το Αίγιο ένα βράδυ και την εγκατέλειψα. Η τρέλα με τις μηχανές κράτησε λίγο ακόμα. Παρακολουθούσα το Motosport και έγραψα δύο άρθρα στο ΜΟΤΟ. Ήξερα τα πάντα για τους αγώνες μοτοσυκλέτας και μπορούσα να ξεχωρίσω τα περισσότερα μοντέλα της εποχής από το θόρυβο. Με τον καιρό όμως άρχισα να κουράζομαι από τη συνεχόμενη απιθανότητα της απόκτησης μιας καλής ταξιδιάρικης μοτοσυκλέτας. Έπιασα και τη σχολή στα σοβαρά. Στο τρίτο έτος πλέον παράτησα την ιδέα της μοτοσυκλέτας.

Όλη αυτήν την περίοδο της ενασχόλησής μου με τα μηχανοκίνητα δίτροχα, το ποδήλατο είχε παροπλιστεί στην Αθήνα. Όσο έλειπα το χρησιμοποιούσε ο αδερφός μου αλλά όχι τόσο όσο το χρησιμοποιούσα εγώ. Τις περισσότερες φορές το έβρισκα στην αποθήκη. Στις διακοπές μου που επέστρεφα στο σπίτι σπάνια πια το χρησιμοποιούσα και εγώ. Αν ήταν να κάνω βόλτα εκεί κοντά έψαχνα ευκαιρία να πάρω κάποιο από τα μηχανάκια του Αντώνη, που ασχολούνταν με την επισκευή παλαιών μοτοσυκλετών. Ή να πάρω το αυτοκίνητο του πατέρα μου για καμιά βόλτα. Το 1986 έβγαλα δίπλωμα τόσο για αυτοκίνητο όσο και για μοτοσυκλέτα. Το ποδήλατο ήταν κάτι πολύ δευτερεύον στη ζωή μου τότε. Στα μισά του τρίτου έτους, εκεί κάπου που αποφάσισα να πιάσω σοβαρά τα μαθήματα και τη σχολή, αποφάσισα να πάρω το Kalkhoff στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς μου προσπάθησαν να με αποτρέψουν, αλλά εξουθενωμένοι από την αγωνία τους με τις μηχανές, είπαν «πάλι καλά» και δεν ζορίστηκαν περισσότερο. Την άνοιξη του 1987 το αγαπημένο μου ποδήλατο ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη φορτωμένο στο τρένο.

Η εντύπωση από τη χρήση του στην πόλη ήταν πολύ καινούρια. Άλλο οι βόλτες στις γειτονιές και στα προάστια και άλλο η καθημερινή μετακίνηση στο κέντρο μιας μεγαλούπολης. Η ευχάριστη πλευρά ήταν ότι ανακάλυψα το ποδήλατο σαν αστικό όχημα. Και ήταν υπέροχο. Ευέλικτο, ψηλό, γρήγορο ήταν πολύ χρήσιμο και με εξυπηρέτησε πολύ σε όλες μου τις δουλειές. Εκεί που πήγαινα με τα πόδια ή το λεωφορείο, τώρα έφτανα σε χρόνο ρεκόρ, άνετα και ευχάριστα με το ποδήλατο. Να σκεφτείτε, ότι την εποχή αυτή δεν υπήρχαν αστικοί ποδηλάτες και η θέα ενός ενήλικα πάνω σε ένα ποδήλατο στο κέντρο της πόλης, να κάνει σφήνες στην κίνηση φάνταζε εξωπραγματική. Διαπίστωσα ότι το ποδήλατο υπερείχε ακόμα και από το μηχανάκι. Το έπαιρνα μαζί μου πιο εύκολα και το βράδυ το έβαζα στο σπίτι. Υπήρχε όμως ένα τεράστιο μειονέκτημα. Έμενα στον Αγ. Παύλο και για να επιστρέψω στο σπίτι έπρεπε να ανέβω όλη την ανηφόρα της παλιάς πόλης. Κάθε φορά που τελείωνα τις δραστηριότητές μου τα βράδια επέστρεφα από την Ευαγγελίστρια, περνούσα από το νοσοκομείο Αγ. Δημήτριος και μετά ξεκινούσε το μαρτύριο της ανηφόρας, πλάι στα τείχη. Θυμίζω για ακόμη φορά ότι το Kalkhoff ήταν μονοτάχυτο. Ήταν εκείνη την εποχή αδύνατο να ανέβω όλη την ανηφόρα μέχρι πάνω. Αλλά και αν έφτανα έστω μέχρι τον Αγ. Παύλο, έμενε η οδός Κονίτσης, που για να την ανέβω πεζός αγκομαχούσα, πόσο μάλλον σαν ποδηλάτης. Σχεδόν πάντα αναγκαζόμουν να ξεπεζέψω και να σπρώχνω το ποδήλατο. Αυτό κάθε βράδυ, κάποιες φορές με κρύο και βροχή, ήταν πολύ δύσκολο να συνεχιστεί για πολύ. Σιγά σιγά άρχισα να ξαναπαίρνω το λεωφορείο. Το ποδήλατο έμενε στο σαλόνι του μικρού διαμερίσματος που νοίκιαζα.

Πρέπει να ήταν στο 3ο ή 4ο έτος, όταν ένας πολύ καλός μου φίλος από την Πάρο, ο Δημήτρης, μου ζήτησε να χρησιμοποιεί το ποδήλατο. Ο Δημήτρης σπούδαζε φυσικός αλλά είχε περάσει τον πρώτο χρόνο των σπουδών του στη Δασολογία και μέναμε στο ίδιο συγκρότημα δωματίων τότε, στην στροφή Τριανδρίας. Μετακομίσαμε γρήγορα και οι δύο από εκείνη την πολυκατοικία που είχε έναν απαράδεκτο ιδιοκτήτη. Εγώ πήγα στη Ροτόντα και μετά στον Αγ. Παύλο αλλά ο Δημήτρης βρήκε μία μονοκατοικία στην ίδια γειτονιά και έμεινε σχεδόν μέχρι τέλους. Ήταν ένας πολύ ωραίος τύπος, πάντα γελαστός και πρόθυμος να μάθει καινούρια πράγματα. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώριζα, που θα λέγαμε σήμερα ότι είναι «οικολόγος». Ζούσε όσο το δυνατόν πιο εναλλακτικά και συνειδητοποιημένα ως προς το περιβάλλον. Μου ζήτησε να δανειστεί το Kalkhoff και να το κυκλοφορεί για τις μετακινήσεις του, αφού εγώ δεν το αξιοποιούσα. Δέχτηκα μετά χαράς. Λυπόμουν να βλέπω το ποδήλατο που είχα αγαπήσει τόσο πολύ στο σαλόνι μου αχρησιμοποίητο. Το πήγα στο σπίτι του και το παρέδωσα στα χέρια του. Το κράτησε κάπου ένα χρόνο. Τις καλές μέρες το κυκλοφορούσε και όταν έκανε άσχημο καιρό το άφηνε στο σπίτι του. Δεν θυμάμαι που το φύλαγε, πάντως μια μέρα του το κλέψανε. Πρέπει να ήταν το τέλος του 4ου έτους ή η αρχή του 5ου, το 1988. Στεναχωρήθηκα πολύ.

Το Kalkhoff ήταν το ποδήλατο με το οποίο ενηλικιώθηκα. Το διάλεξα (ή με διάλεξε), το ονειρεύτηκα, το πήρα και το ευχαριστήθηκα όσο τίποτε μέχρι τότε στη ζωή μου. Σήμερα μπορώ να καταλάβω την αξία του, τότε είχα φτάσει να το ξεπεράσω και να ψάχνω για κάτι πιο φανταχτερό. Ένα κλασσικό ποδήλατο, ιδανικό για πόλη και μικρής κλίμακας ταξίδια, όμορφο και ασφαλές. Με το ποδήλατο αυτό μεγάλωσα, ονειρεύτηκα, έζησα. Η αίσθηση που μου έχει μείνει είναι γεμάτη από αναμνήσεις και βιώματα. Το έζησα αυτό το ποδήλατο, το ευχαριστήθηκα. Ακόμα και αν είχε άδοξο τέλος, έκλεισε έναν κύκλο της ανάπτυξης της δικής μου προσωπικότητας. Όταν το κλέψανε είχα πάψε πια να χρειάζομαι ποδήλατο. Στην ουσία έκλεισε ο πρώτος κύκλος της νιότης μου με αυτό. Ασχολήθηκα με άλλα πράγματα, μέχρι που συνάντησα ξανά το ποδήλατο λίγα χρόνια μετά στη Γερμανία σαν χρηστικό μέσο και τίποτε άλλο. Δεν ονειρεύτηκα ξανά βόλτες στις δύο ρόδες, στη φάση αυτή της ζωής μου. Είχε κλείσει ο κύκλος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα!

Τα παιδικά χρόνια ως το τέλος του Δημοτικού (1970-1978)

Η πρώτη μου ανάμνηση πρέπει να είναι η είσοδος του αδερφού μου στο σπίτι μας στην Κυψέλη. Προσπαθώ να ανακαλύψω κάποια εικόνα, ήχο ή άλλη αίσθηση από την παιδική μου ηλικία, που να μην υπήρχε ο αδερφός μου. Αλλά δεν θυμάμαι κάτι. Πάντα υπήρχε ο Σπύρος στο σπίτι, ποτέ δεν ήμουν μόνος μου. Η είσοδος του αδερφού μου στο σπίτι, έγινε θριαμβευτικά το 1970 το καλοκαίρι, όταν επέστρεψε η μητέρα μου από το μαιευτήριο. Τη θυμάμαι σαν τώρα, νεαρή και λαμπερή τότε, να κουβαλάει με προσοχή και καμάρι ένα μικρό δέμα, ένα φασκιωμένο τρόπαιο, που αμέσως κατάλαβα ότι ήταν το καινούριο στη ζωή μου, ο αδερφός μου. Ακολουθούσε ο πατέρας μου, και εκείνος λαμπερός από χαρά, καλοντυμένος και καμαρωτός. Αυτός κουβαλούσε ένα μικρό τρίκυκλο, ένα παιδικό ποδηλατάκι. Έτσι, η πρώτη ανάμνηση της ζωής μου, σε ηλικία τριών ετών, ήταν συνδεδεμένη με ένα ποδήλατο. Έστω και παιδικό. Ήταν το δώρο που μου έφερε ο αδερφός μου, προκειμένου να τον βάλω στη ζωή μου χωρίς ζήλιες και αντιδικίες. Οι γονείς μου φαίνεται ήταν σίγουροι ότι θα το ζήλευα το μωρό. Και επειδή ήμουν εξαιρετικά ζωηρός, μάλλον θα πίστευαν ότι θα έβαζα τον μικρό μου αδερφό σε πρώτη ευκαιρία στον φούρνο. Δεν ξέρω αν θα το έκανα ποτέ αν δεν είχα το ποδήλατο. Μου διηγούνται κάποιες παιδικές σκηνές ζήλιας, αλλά εγώ δεν θυμάμαι ποτέ να ζήλεψα τον Σπύρο. Το ποδήλατο πάντως ήρθε για μένα. Και ήταν δώρο από τον αδερφό μου. Κάπου 42 χρόνια μετά του αντιγύρισα την χειρονομία και του έκανα εγώ με τη σειρά μου δώρο ένα ποδήλατο. Και αυτός τσακίστηκε και χτύπησε πολύ άσχημα και τραβιέται έκτοτε στα χειρουργεία. Αλλά αυτά θα τα πω σε άλλο κεφάλαιο. Ας μείνουμε λίγο στο πρώτο μου ποδηλατάκι.

Τρίκυκλο παιδικό (1970)

Ήταν ένα συμβατικό παιδικό τρίκυκλο της εποχής. Δεν θα το έλεγες σήμερα ποδήλατο. Είχε μεταλλικά μέρη και πλαστική σέλλα – καθισματάκι (αν και δεν είμαι σίγουρος για το δεύτερο). Δεν θυμάμαι τι χρώμα είχε, νομίζω ήταν thpic.phpκόκκινο. Αυτό που θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά είναι η κόρνα του που είχε στο μπράτσο του τιμονιού. Κάτι σαν μικρή φυσούνα, λαστιχένια. Έβγαζε έναν ήχο σαν αυτόν που βγάζει το παπάκι του μπάνιου αν το πατήσεις! Πρέπει να υπάρχει μια φωτογραφία από την είσοδο του αδερφού μου στο σπίτι. Δεν ξέρω αν είναι και ο πατέρας μου με το ποδήλατο στη φωτογραφία αυτή. Επίσης πρέπει να υπάρχει μια φωτογραφία από το Πεδίο του Άρεως με τα ξαδέρφια μου, τον Σπύρο μωρό και το ποδηλατάκι αυτό. Θα ρωτήσω τη μητέρα μου και αν βρω τις φωτογραφίες, θα τις σκανάρω και θα τις αναρτήσω εδώ. Μπορεί και να είναι συγκεχυμένες οι αναμνήσεις μου. Πάντως το ποδηλατάκι ήταν κάπως έτσι, όπως φαίνεται στη φωτογραφία αυτή.

Οι αναμνήσεις που έχω από αυτό το ποδηλατάκι είναι πολύ λίγες. Δεν ξέρω αν με άφηναν να τρέχω μέσα στο σπίτι. Πολύ αμφιβάλλω. Σίγουρα θυμάμαι να ξαμολιέμαι στο στενό μπαλκόνι του διαμερίσματος της Κυψέλης σε σχήμα Γ. Να κάνω αναστροφή στο τέρμα του και να προσπαθώ να γυρίσω. Θυμάμαι ότι είχα βαρεθεί πολύ γρήγορα τη δραστηριότητα αυτή. Δεν υπήρχε χώρος να εξερευνήσω και να πηγαίνω πάνω κάτω δεν μου άρεσε. Ίσως είχα από τότε αναπτύξει τη διάθεση να κάνω πιο μεγάλες αποστάσεις. Δεν με άφηναν όμως οι γονείς μου να βγω έξω. Η Κυψέλη του κομπρεσέρ και της ανοικοδόμησης, της πυκνής κίνησης δεν επέτρεπε ούτε για αστείο τέτοιες σκέψεις. Στο πεδίο του Άρεως ζήτημα αν βγήκαμε μία ή δύο φορές με το τρικυκλάκι. Τουλάχιστον δεν θυμάμαι περισσότερες. Δεν νομίζω πάντως η μητέρα μου να είχε τη δυνατότητα να κουβαλάει το όχημα μαζί με το μωρό και να με κάνει και καλά. Ούτε ο πατέρας μου να μπορούσε να οργανώνει τέτοιες αποδράσεις συχνά.

Δεν ξέρω τι απέγινε το ποδήλατο αυτό. Κάπου θα το έφαγε κάποια αποθήκη ή πατάρι. Δεν μπορούσα να το χρησιμοποιήσω και πιθανότατα το παράτησα νωρίς νωρίς. Μπορεί να το θυμήθηκα από καιρό σε καιρό αλλά τελικά το παράτησα. Δεν πρέπει να έπαιξα πολύ με αυτό. Ο αδερφός μου θυμάται ότι και αυτός το οδήγησε κάποια εποχή, αλλά ούτε εκείνος το θυμάται σε κάποια αποθήκη ή σε μετακόμιση. Το πιο πιθανό να χαρίστηκε πουθενά, δεν ήταν τότε εποχές για σπατάλες. Η αίσθηση που μου έχει μείνει από το ποδήλατο αυτό είναι λίγο πικρή. Εγκλωβισμένος σε ένα διαμέρισμα δεν θυμάμαι ποτέ να το χάρηκα.

Velamos (από 1975 ως 1977)

Τα παιδικά χρόνια στην Κυψέλη κυλούσαν χωρίς τη δυνατότητα εξόδου από το σπίτι. Μέναμε πάνω στην οδό Σπετσών, που ήταν μέσα στην κίνηση την εποχή εκείνη. Όλες οι δραστηριότητες έπρεπε να γίνονται μέσα στο σπίτι. Είχαμε τεράστια συσσωρευμένη ενέργεια να εκτονώσουμε και μοιραία κάναμε με τον αδερφό μου ένα σωρό ανοησίες. Κυρίως εγώ δηλαδή. Η μητέρα μου που ήταν μόνη στο σπίτι μαζί μας πρέπει να είχε τρελαθεί. Οι μόνες δυνατότητες για κάτι υπαίθριο ήταν κάποιες σπάνιες επισκέψεις στο Πεδίο του Άρεως, κάποιες ακόμα πιο σπάνιες επισκέψεις σε φίλους και γνωστούς των γονέων μου που είχαν αυλές ή εξοχικά και οι καλοκαιρινές διακοπές που ομολογουμένως ήταν πολύ ανέμελες και απολαυστικές. Αυτές γίνονταν κυρίως στο Λαγανά της Ζακύνθου, όπου οι γονείς μας νοίκιαζαν δωμάτιο στην ίδια πανσιόν κάθε χρόνο μαζί με τους ίδιους φίλους και στο χωριό του πατέρα μου, το Μαυρίλλο Φθιώτιδας, ένα ορεινό ονειρεμένο μέρος γεμάτο με ότι λαχταρούσε ένα παιδί τότε για διασκέδαση και δράση. Όμως τον περισσότερο καιρό ήμασταν εγκλωβισμένοι στο διαμέρισμα και κουτουλάγαμε τους τοίχους!

Στη φάση που πήγαινα στο Δημοτικό, δεν θυμάμαι ούτε σε ποια τάξη ούτε με ποιον τρόπο, αποκτήσαμε ένα ποδήλατο. Πραγματικά δεν θυμάμαι πως αγοράστηκε αυτό το ποδήλατο από τον πατέρα μου. Κάποιος θα του το πρότεινε, καθώς το Velamos που εκείνος αγόρασε εκείνη την εποχή ήταν πολύ της μόδας. Άρα θα το πήρε μετά από σύσταση. Δεν θυμάμαι επίσης πως αποφάσισε να κάνει τέτοια κίνηση. Να εξηγήσω εδώ ότι ο πατέρας μου ποτέ δεν ήταν του αθλητισμού και επίσης ποτέ δεν του άρεσαν τα δίτροχα. Στο πίσω μέρος του μυαλού του πρέπει τα ποδήλατα να τα συνέδεε με τα μηχανάκια και τα μοτοποδήλατα. Επειδή φοβόταν μήπως ανέβουμε σε μηχανάκι και χτυπήσουμε στο μέλλον, μάλλον δεν ήθελε να μας ενθαρρύνει να ασχοληθούμε με την ποδηλασία. Να σημειώσω επίσης ότι ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός, οπότε είχε δει πολλά ατυχήματα με μοτοσυκλέτες. Επίσης ο ίδιος δεν ήξερε ποδήλατο, οπότε μιας και το φοβόταν ο ίδιος δεν ήθελε να το έχουμε και εμείς. Για το λόγο αυτό δεν θυμάμαι καθόλου πως αγοράστηκε την εποχή αυτή αυτό το ποδήλατο. Κάποιος πρέπει να άσκησε πίεση. Μπορεί εγώ που μεγάλωνα πλέον και είχα οπτικά ερεθίσματα από τις διακοπές. Μπορεί ο ίδιος ο πατέρας μου, που ήταν απίστευτα φιλότιμος, να έβλεπε τα άλλα παιδιά να έχουν ποδήλατο και να ήθελε να πάρει και σε εμάς. Θα πρέπει να ρωτήσω τη μητέρα μου να μου πει μήπως θυμάται εκείνη τίποτε.

velamos2Το ποδήλατο που αγοράσαμε μοιάζει πολύ με αυτό της φωτογραφίας. Υπάρχουν φωτογραφίες στο πατρικό μου σπίτι όπου το έχει ο αδερφός μου, αλλά εκεί δεν φαίνεται καλά. Πρόκειται για μία τσέχικη βαριά ατσαλένια κατασκευή, επηρεασμένη από την επιτυχία του βρετανικού Raleigh chopper, που εκείνη την εποχή ήταν δημοφιλές. Τα Velamos αυτά είχαν απίστευτη επιτυχία στην Ελλάδα και πραγματικά δεν υπάρχει περίπτωση, όπου και να βρεθώ, να μην βρω κάποιον συνομήλικο που να μην είχε αυτό το ποδήλατο στην κατοχή του σαν παιδί. Ήταν ένα βαρύ, όμορφο ποδήλατο, δυστυχώς όμως δυσκίνητο και αργό. Θυμάμαι ξεκάθαρα κάθε καμπύλη των σωλήνων του, τα φτερά, το τρελό τιμόνι τύπου τσόπερ και τη μία και μοναδική σέλα που έμοιαζε με σαμάρι, αλλά ήταν πολύ άνετη.

Αλλά ας συνεχίσω την ιστορία του ποδηλάτου αυτού. Κάποια στιγμή λοιπόν που μπορεί να ήταν το 1975, 1976 ή 1977, δεν θυμάμαι καθόλου, μάθαμε ότι υπάρχει ποδήλατο στην κατοχή της οικογένειας και δεν το γνωρίζαμε. Και αυτό γιατί το ποδήλατο ο πατέρας μου όπως το αγόρασε, το πήγε κατευθείαν και το αποθήκευσε στο εξοχικό σπίτι του κουμπάρου του στη Βουλιαγμένη. Ο λόγος που έγινε η κίνηση αυτή ήταν επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα αποθήκευσης στο σπίτι στην Κυψέλη αλλά ο κύριος λόγος κατά τη γνώμη μου είναι για να μην κάνουμε ποδήλατο στις απαγορευτικές συνθήκες της Κυψέλης. Για το λόγο αυτό, αν θυμάμαι καλά, η ύπαρξη του ποδηλάτου ήταν μυστική για κάμποσο καιρό. Επίσης ήταν ξεκάθαρο από την αρχή ότι το ποδήλατο ήταν και για τους δυο μας, και για μένα και φυσικά για τον αδερφό μου. Αυτό κάπως περιόριζε τα πράγματα, γιατί ο αδερφός μου την εποχή αυτή ήταν πολύ μικρός. Ένα κοινό ποδήλατο έβαζε αυτομάτως θέματα μεγέθους, βοηθητικών τροχών και κυρίως αποκλειστικότητας. Από τη στιγμή που έμαθα για την ύπαρξη του ποδηλάτου πρέπει να πίεζα πολύ τον πατέρα μου να πάμε να δούμε το ποδήλατο στη Βουλιαγμένη. Να θυμίσω ξανά ότι ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός με σημαντική ευθύνη τη εποχή εκείνη οπότε η μόνη περίπτωση να έχει ελεύθερο χρόνο ήταν τις Κυριακές τα απογεύματα. Όλες τις άλλες ώρες με το ζόρι τον βλέπαμε. Με τα πολλά ξεκίνησε ένα απόγευμα Κυριακής και μας πήγε στη Βουλιαγμένη στο εξοχικό του κουμπάρου του. Ήταν άνοιξη γιατί θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά την αυλή του κουμπάρου γεμάτη κάμπιες από τα πεύκα.

Οι απογοητεύσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Το ποδήλατο ήταν ωραίο μεν, αλλά δεν ήταν όπως το φανταζόμουν. Περίμενα ένα πιο κλασικό σχήμα. Ήταν επίσης ήδη σκουριασμένο από τους μήνες που ήταν κλεισμένο στην αποθήκη χωρίς να χρησιμοποιείται. Το χειρότερο ίσως όλων ήταν οι βοηθητικές του ρόδες. Ναι, είχε βοηθητικές ρόδες, κάτι που το έκανε άσχημο, απωθητικό και αναπόφευκτα άχρηστο για μένα. Στα 10 μου ένιωθα μεγάλο παιδί. Κανένας συνομήλικός μου δεν είχε ποδήλατο με βοηθητικές. Ζήτησα από τον πατέρα μου να τις βγάλουμε και εκείνος δεν συμφώνησε. Επικαλέστηκε τον αδερφό μου και το δικαίωμά του στην πρόσβαση στο ποδήλατο. Εκείνος δεν μιλούσε καθόλου, δεν ξέρω αν καταλάβαινε τι παίζονταν. Πιστεύω όμως ότι ο πατέρας μου δεν ήθελε να βγάλει τις βοηθητικές ρόδες επειδή πίστευε ότι και εγώ ακόμα κινδύνευα. Δεν είχα καθόλου εμπειρία από ποδήλατο και γι αυτό φοβόνταν ότι θα τσακιζόμουν. Αυτό που δεν ήξερε – ή δεν ήθελε να λάβει υπόψη του ο πατέρας μου – είναι ότι είχα εμπειρία από ποδήλατο και μάλιστα οδυνηρή. Στον Αγ. Κοσμά το περασμένο καλοκαίρι, είχα δανειστεί ένα ποδήλατο από κάποιον, δεν θυμάμαι ποιον, και το καβαλούσα όλο το απόγευμα. Θυμάμαι ότι πέταγα σαν τον άνεμο. Σιγά το δύσκολο. Έφαγα μια τεράστια τούμπα προς το τέλος σε έναν χωματόδρομο. Όπως δεν φορούσα μπλούζα, είχα γδαρθεί ολόκληρος από πάνω μέχρι κάτω. Δεν θυμάμαι τι αντίδραση προκάλεσα στη μητέρα μου όταν θα με είδε λίγο αργότερα ή στον πατέρα μου, αν ήταν μαζί μας εκείνη την ημέρα.

Το Velamos ήταν λοιπόν μια απογοήτευση εκ πρώτης. Είπα παρόλα αυτά να ανέβω να κάνω λίγο. Πήγαινε σαν σκουριασμένο τρένο. Έτριζε η κατεστραμμένη του αλυσίδα και δεν πήγαινε σχεδόν καθόλου. Έβαλα και τον αδερφό μου συνεπιβάτη. Θυμάμαι ακόμα σαν τώρα που δεν μπορούσαμε να πάμε πουθενά από τις κάμπιες. Ήταν σαν χαλί στην αυλή του κουμπάρου. Σε λίγα λεπτά το ποδήλατο επέστρεψε στην αποθήκη. Η αίσθηση από αυτήν την επίσκεψη ήταν πολύ πικρή.

Τελείωσα το δημοτικό και ακόμα το ποδήλατο βρίσκονταν στη Βουλιαγμένη. Οι γονείς μου δεν είχαν ενδώσει στις πιέσεις μου, να φέρουμε το ποδήλατο στην Κυψέλη. Εκείνο το καλοκαίρι, το 1978, μετακομίσαμε από την Κυψέλη στην Κηφισιά. Το καινούριο μας σπίτι, στην οδό Άρεως, ήταν ακριβώς στα σύνορα της Κηφισιάς με το Μαρούσι και την Πεύκη. Επρόκειτο για ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία που στέκονταν σχεδόν μόνη στη γειτονιά. Τριγύρω υπήρχαν κυρίως μονοκατοικίες και αλάνες. Οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι. Πριν ακόμα κατοικήσουμε εκεί, πήγαμε για διακοπές στη Λούτσα… Ναι στη Λούτσα, τότε ήταν χώρος διακοπών, άθλιος οικισμός υπό τσιμεντοποίηση. Λίγα θυμάμαι από τη θάλασσα και την πόλη. Θυμάμαι κυρίως τα ποδήλατα και ένα κορίτσι. Ήμουν 11 ετών. Στο διαμέρισμα που νοικιάζαμε μέναμε τα παιδιά με τη μητέρα μας. Ο πατέρας μου δούλευε και έρχονταν μόνο Κυριακές. Στο διπλανό διαμέρισμα άλλη μια οικογένεια αστυνομικού με παρόμοιο πρόγραμμα. Το κορίτσι της οικογένειας μου άρεσε. Ήταν όμως ένα χρόνο μεγαλύτερη. Είπαμε να πάμε βόλτα με ποδήλατα. Μου έδωσε το ποδήλατο του ακόμα μεγαλύτερου (από αυτήν) αδερφού της. Με κοιτούσε με δυσπιστία καθώς προσπαθούσα να σκαρφαλώσω στο γιγάντιο ποδήλατο. Με ρώτησε αν ξέρω ποδήλατο. Της είπα ότι φυσικά και ξέρω. Αλίμονο! Ξεκινήσαμε να κάνουμε βόλτα. Κατάφερα να τσουλήσω το όχημα, αν και τα πόδια μου δεν έφταναν στο κάτω μέρος των πεταλιών. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να σταματήσω και δεν τα κατάφερα. Έπεσα πάνω σε μια κοπέλα που έκανε βόλτα με τους γονείς της. Ευτυχώς που δεν χτύπησε κανένας, αλλά άκουσα χοντρή κατσάδα. Θυμάμαι τη μάνα της κοπέλας να μου λέει ότι δεν είναι δυνατόν τόσο μικρό παιδί να καβαλάω τόσο μεγάλο ποδήλατο. Ένιωσα ντροπή, ειδικά μπροστά σε ένα κορίτσι…

Ένα ακόμα περιστατικό με ποδήλατο έγινε εκείνο το καλοκαίρι. Από τη Λούτσα πήγαμε οικογενειακώς επίσκεψη στη θεία και τον θείο της μητέρας μου στη Ραφήνα. Μείναμε λίγο με τους μεγάλους και μετά ξαμολήθηκα έξω με τη ξαδέρφη της μητέρας μου την Άση, που ήταν λίγο μεγαλύτερή μου. Στην είσοδο της πολυκατοικίας ήταν ένα ονειρεμένο αγωνιστικό ποδήλατο. Δεν θυμάμαι τι μάρκα ήταν, δεν ήξερα τότε από μάρκες. Πρέπει να ήταν Peugeot ή Mercier ή κάτι τόσο πρωτοκλασάτο τέλος πάντων. Ρώτησα την Αση αν μπορώ να κάνω μια βόλτα. Μου είπε ότι δεν ήταν δικό της αλλά κάποιου αγοριού, ας τον πούμε «Κώστα», που δεν το δίνει σε κανέναν. Επέμενα να το καβαλήσω και η Άση έφυγε, λέγοντάς μου ότι θα μπλέξω. Κατάφερα με το ζόρι να ανέβω. Και αυτό ήταν πολύ μεγάλο. Αργότερα έμαθα ότι αυτά τα ποδήλατα είχαν ρόδες 28 ιντσών. Ακροβατώντας πάνω στη σέλα κατάφερα να το δαμάσω. Άρχισα να τριγυρνάω στη γειτονιά. Δεν νομίζω να μπόρεσα να αλλάξω ταχύτητα, δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν. Πήγα λίγο πιο κάτω σαν σίφουνας. Σταμάτησα κάπου σε μια πλατεία και ήρθαν κάτι παιδιά και με ρώτησαν που είναι ο Κώστας, και κυρίως πως μου έδωσε το ποδήλατο, αφού δεν το δίνει σε κανέναν. Είπα ψέματα ότι μου το έδωσε ο Κώστας πράγματι. Έφυγα και έκανα μια γύρα. Όταν ξαναπέρασα, μου είπαν ότι με έψαχνε ο Κώστας. Πήγα πίσω στο σπίτι της Άσης. Η Άση μου είπε ότι με έψαχνε ο Κώστας και είχε θυμώσει πολύ. Μου είπε ότι θα φάω πολύ ξύλο και ότι ο Κώστας είναι μεγάλο αγόρι… Άφησα το ποδήλατο στη θέση που το βρήκα. Σκεφτόμουν ότι αν τις έτρωγα από τον Κώστα, θα άξιζε τον κόπο, καθώς η αίσθηση της βόλτας με ένα τέτοιο ποδήλατο δεν συγκρίνονταν με τίποτε άλλο που είχα νιώσει μέχρι τότε. Νομίζω ότι εκείνο το απόγευμα κατέληξα ότι ήθελα πάση θυσία ένα ποδήλατο και μάλιστα αγωνιστικό! Θα έπρεπε να περάσουν 21 χρόνια για να εκπληρωθεί η επιθυμία μου. Για την ιστορία, ο Κώστας δεν με πέτυχε ποτέ!

Το καλοκαίρι που τελείωσα το δημοτικό σχολείο εγκατασταθήκαμε στο σπίτι στην Κηφισιά, όπως είπα πιο πριν. Λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία και ξεκινήσω το γυμνάσιο, ο πατέρας μου έφερε το Velamos οριστικά πλέον στο σπίτι μας. Είχαμε πλέον χώρο στην αποθήκη και το κυριότερο, η γειτονιά ήταν έτοιμη για εξερεύνηση! Ακόμα μια απογοήτευση με περίμενε. Το ποδήλατο μου ήταν μικρό. Αν και πήγαμε τέρμα το τιμόνι και τη σέλα, περίσσευα πάνω του δραματικά. Οι βοηθητικές ρόδες βγήκαν σχεδόν την ίδια μέρα της άφιξης του ποδηλάτου. Αλλά οι βόλτες δεν είχαν πλάκα, το ποδήλατο ήταν βαρύ και εγώ δεν χώραγα πάνω του. Κρίμα τόσο όμορφο ποδήλατο που το λαχταρούσα τόσα χρόνια. Τελικά δεν μπόρεσα να το ευχαριστηθώ. Στο μυαλό μου είχε ήδη μπει η ανάγκη να αποκτήσω νέο ποδήλατο, ψηλό και γρήγορο. Αυτό το αίτημα άρχισε να τίθεται διαρκώς στο σπίτι προς τους γονείς μου, αλλά η αντίσταση ήταν σθεναρή.

Το Velamos χρησίμευσε σε κάτι φυσικά. Έγινε το ποδήλατο του αδερφού μου για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι να τελειώσει και αυτός το δημοτικό σίγουρα. Επίσης ήταν και το ποδήλατο που ο Σπύρος έμαθε να οδηγεί. Θυμάμαι σαν τώρα, τη σκηνή που πίεζα τον αδερφό μου να κάνει πετάλι και εγώ κρατούσα το ποδήλατο για ισορροπία από τη χαρακτηριστική απόληξη που είχε η σέλλα και έμοιαζε με χερούλι. Έτρεχα δίπλα του και έλεγα «σε κρατάω, μην φοβάσαι» και μετά τον άφησα και συνέχισα να τρέχω δίπλα του. Εκείνος τα πήγαινε μια χαρά, αν και δεν τον κρατούσα πλέον. «Να σου πω κάτι, δεν σε κρατάω πλέον», του είπα ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά και εκείνος έπεσε. Τέτοιος πλακατζής ήμουν τότε με το μικρό μου αδερφάκι και ευτυχώς που δεν τα πολυθυμάται αυτά και δεν διεκδικεί τη ρεβάνς τώρα που μεγάλωσε. Τελικά ο Σπύρος έμαθε ποδήλατο εύκολα και όταν εγώ αργότερα απέκτησα το Kalkhoff, το Velamos έμεινε αποκλειστικά στη δική του κυριαρχία! Πρέπει να ήταν πολύ όμορφο το συναίσθημα για εκείνον. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν τόσο ενθουσιασμένος όσο εγώ. Δεν έκανε πολύ συχνά και στη μετέπειτα πορεία του δεν συμπάθησε ποτέ τις δύο ρόδες. Σε αντίθεση με εμένα! Υπάρχουν δυο πολύ όμορφες φωτογραφίες με τα ποδήλατά μας όταν ήμουν στο γυμνάσιο. Ελπίζω να τις βρω και να τις αναρτήσω στην επόμενη ενότητα.

Ρώτησα τον αδερφό μου τι απέγινε το Velamos και αν θυμάται τη μοίρα του. Όταν και εκείνος μεγάλωσε και δεν μπορούσε πια να το οδηγήσει, το Velamos πρέπει να ήταν τελείως ξεπερασμένο σαν όχημα και δεν είχε την παραμικρή αξία ώστε να το θέλει ένας γονιός για το παιδί του. Θυμάμαι τη σέλλα του σχισμένη στην άκρη, θυμάμαι κάτι σκουριές απίστευτες. Το φως δεν λειτουργούσε. Τελευταία φορά που το είδα ήταν σε μια αποθήκη που έβαζε ο πατέρας μου τα ξύλα. Πρέπει να ήμουν στα φοιτητικά χρόνια και θυμάμαι ότι είχα συγκινηθεί. Από τότε δεν το ξαναείδα και ο αδερφός μου επίσης δεν το θυμάται πουθενά αλλού. Ίσως σε κάποιο άδειασμα της αποθήκης να πετάχτηκε ή να δόθηκε σε παλιατζή. Πολύ θα ήθελα να το είχα τώρα. Κανείς δεν θα μπορούσε να το καβαλήσει, ούτε καν η κόρη μου. Αλλά θα ήθελα να το φτιάξω και να το διατηρήσω σε καλή κατάσταση. Δυστυχώς, ήταν ένα πολύ όμορφο ποδήλατο που όμως δεν χάρηκα. Αυτό έπρεπε πλέον να αλλάξει και να επιλέξω μόνος μου το επόμενο ποδήλατο.

Τα ποδήλατα της ζωής μου

ImageΟ Rob Penn μου ήταν άγνωστος μέχρι τώρα σαν συγγραφέας, κι ας έχει γράψει πολλά για δύο θέματα που τσαλαβουτώ και εγώ τακτικά: ποδήλατα και δάση. Έχει ένα πολύ ενδιαφέρον site που αξίζει τον κόπο να το δείτε: http://www.robpenn.net/. Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μου ένα βιβλίο του. Μου το έκανε δώρο ένας παλιός φοιτητής, ο Νίκος, γνωρίζοντας την αγάπη μου για τους δύο τροχούς. Το βιβλίο τιτλοφορείται «It’s all about the bike» και μεταφράστηκε στα ελληνικά σαν «Όλα για το ποδήλατο», αλλά η σωστή απόδοση θα έπρεπε να είναι: «Τελικά, όλα γίνονται για το ποδήλατο», ή κάτι τέτοιο. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας κάνει δύο παράλληλα ταξίδια. Διηγείται την ιστορία του ποδηλάτου και ταυτόχρονα περιγράφει τη δική του αναζήτηση μερών και ανταλλακτικών προκειμένου να συναρμολογήσει το «ποδήλατο των ονείρων του». Συγκινήθηκα και ενθουσιάστηκα. Πρώτα επειδή τη διαδικασία αυτή την έχω κάνει τρεις φορές ως τώρα, όχι βέβαιια ταξιδεύοντας τον κόσμο αλλά σερφάροντας στο διαδίκτυο. Έχω στήσει τρία ποδήλατα. Το δεύτερο που με ξεσήκωσε έιναι ότι ο Rob Penn έχει ακριβώς τα ίδια ποδηλατικά γούστα με εμένα. Του αρέσουν τα γρήγορα, άνετα, ταξιδιάρικα, μινιμαλιστικά ποδήλατα. Δηλαδή τα ατσάλινα κουρσάκια. Διαβάζοντας το βιβλίο του ξεκίνησα και εγώ ένα ταξίδι. Έμπαινα στο ιντερνετ ψάχνοντας τα ανταλλακτικά που έφτιαχνε και εκείνος να δω τι θα μπορούσα να προσθέσω ή να βελτιώσω στα δικά μου κουρσάκια. Εκεί κάπου (ζηλεύοντας ανερυθρίαστα) αποφάσισα να γράψω και εγώ κάτι για τα δικά μου ποδήλατα. Αυτά που πέρασαν από τα χέρια μου (και τα πόδια μου). Πως τα απέκτησα, πως τα οδήγησα, τι ένιωθα πάνω σε αυτά και τι απέγιναν τελικά αυτές οι απίστευτες μηχανές που συνδέονται τόσο πολύ με τη ζωή μας την ίδια.

Θα προσπαθήσω να δημοσιοποιήσω εδώ μια σειρά κειμένων για τα ποδήλατά μου. Θα πρέπει να ψάξω βαθιά στη μνήμη μου και στην ψυχή μου να βρω εικόνες και αισθήσεις, συναισθήματα και εντυπώσεις από το καθένα από αυτά. Αν δεν βαριέστε ακολουθήστε αυτό το ταξίδι. Ούτε ξέρω που θα με βγάλει, αν και είμαι σίγουρος ότι θα είναι σε μεγάλο βαθμό μια αυτοβιογραφία.

Ετοίμασα για αρχή μια πρόχειρη λίστα από τα ποδήλατα αυτά:

1. Άγνωστο τρικυκλάκι που απέκτησα σε ηλιία 3 ετών.

2. Velamos με βοηθητικές αρχικά και αργότερα χωρίς.

3. Kalkhoff μονοτάχυτο trekking.

4. Δανεικό – χαρισμένο, άγωστο κουρσάκι, απροσδιορίστου τύπου στη Γερμανία.

5. Ideal Ezigo μπλέ, μοντέλο 2004.

6. Ideal Onroad 2008, πρώτο κουρσάκι.

9. Pinarello άγνωστο μοντέλο, μέσα δεκαετίας 1990, πρώτο project.

10. Μονοτάχυτο άγνωστο κουρσάκι παλιό, δεύτερο project (Major Tom).

11. Ideal ZigZag 2007.

12. Pinarello Asolo 1984, τρίτο project…!

13. Γρουσούζικο Ideal Ezigo 2000 που κληρονόμησα μετά το ατύχημα του αδερφού μου.

Αυτά είναι τα ποδήλατα της ζωής μου. Έχω αγωνία να δω τι θα βγει από τα στοιχεία που θα προσπαθήσω να μαζέψω. Η συνέχεια στο επόμενο…

Το ντεμέκ Πάσχα…

Πάσχα των Ελλήνων, το ντεμέκ Πάσχα. Το δήθεν Πάσχα. Τι είναι τελικά το Πάσχα; Αυτοκίνητο, άγχος, στρες να ταξιδέψεις, να ετοιμαστείς, να τα κανονίσεις όλα, να μην παρεξηγηθείς με τον ένα συγγενή ή τον άλλον που θα βρεθείς μούρη με μούρη και τελικά να σκάσεις στο φαί πάνω σε μια πλαστική καρέκλα, να ακούσεις την πιο παρακμιακή μουσική και να γυρίσεις πίσω ασφαλής. «Χριστός ανέστη», «επίσης»…

Το Πάσχα είναι η πιο δύσκολη γιορτή για μένα. Και τα Χριστούγεννα και ο Δεκαπενταύγουστος εμπεριέχουν ανάλογο στρες, αλλά το Πάσχα βγαίνει πρωταθλητής. Θα πείτε ότι δεν στέκω καλά, ότι είμαι ιδιόρρυθμος: να μου γεννά στρες μια γιορτή. Δείτε τις στατιστικές. Οι γιορτές φέρνουν αγωνία και κατάθλιψη σε πολύ κόσμο. Εντάξει σε μένα δεν φέρνουν τόσο βαριά συμπτώματα. Αλλά δεν περνάω καλά. Και δεν περνάω καλά επειδή δεν βγάζω άκρη και νόημα. Η λογική μου κρασάρει: τι είναι αυτό το Πάσχα που βιώνουμε; Τι είναι αυτή η ιστορία όλη; Γιατί πρέπει να πάω, να γυρίσω και να λέω και ότι πέρασα καλά;

Ας δούμε λίγο τι με ενοχλεί στο Πάσχα, όπως το βιώνω εγώ. Προφανώς δεν το βιώνουν όλοι έτσι και μπορεί να διαφωνήσετε μαζί μου. Καλό αυτό, γιατί αν βιώνετε όλοι αυτό που βιώνω και εγώ και συνεχίζουμε όλοι να κάνουμε τα ίδια, τότε δεν υπάρχει ελπίδα για την κοινωνία μας…

Λοιπόν με ενοχλούν τα παρακάτω:11

Χριστούγεννα #2:Ο καταναλωτισμός που κυριαρχεί παραδοσιακά πλέον στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά έχει κάνει απόβαση και στη Μεγάλη Βδομάδα. Το Πάσχα πλέον έχει γίνει wannabe Χριστούγεννα. Δώρα, λαμπάδες Χ-μεν και τρέντυ νεράιδες, φαγητά και ποτά, ξαναμανά δώρα, ντυσίματα και στολίσματα. Φιγούρα και επίδειξη πλούτου.

Ταξίδι: Από την μία άκρη της Ελλάδας στην άλλη, σε δύο δόσεις με πολύ στρες και κίνδυνο. Ναι, κίνδυνο! Όλοι οι καραγκιόζηδες μαζεμένοι να ταξιδεύουν τις ίδιες μέρες. Παρακμιακό road movie με σουρεαλιστικές προεκτάσεις. Με σκουπίδια, βρώμα από καυσαέρια, σκυθρωπές φάτσες, ουρία και διόδια. Να οδηγούν κάποιοι σαν να μην υπάρχει αύριο. Σαν να θέλουν να εκδικηθούν την κοινωνία και τον εαυτό τους. Αντικοινωνικότητα εποχούμενη. Και να πεις ότι μια χρονιά δεν γουστάρω να ταξιδέψω το Πάσχα, δεν θέλω ρε αδερφέ να πάω μαζί με το ρεύμα. Θα μείνω με τη στενή μου οικογένεια εδώ που είμαι και θα δω τους συγγενείς με την ησυχία μου άλλη φορά. Αυτό είναι μετωπική σύγκρουση με το κατεστημένο αδερφέ μου! Πιο καλά να βάλεις βατραχοπέδιλα και να βγεις γυμνός στην πλατεία! Να μη δεις τη μάνα / πεθερά; Θα μελαγχολήσει. Να μείνει μόνος του ο τάδε και ο δείνα; Θα αυτοκτονήσει. Οπότε πάμε στο επόμενο major θέμα…HGG

Συγγενείς: ο Θεός έφτιαξε τους συγγενείς για συμπαράσταση και υποστήριξη. Έβαλε και παγίδες μέσα (του αρέσουν του Θεού κάτι τέτοια). Η major φάκα είναι ότι τους συγγενείς δεν τους επιλέγεις. Σου κάθονται. Και επειδή δεν κάνει να γίνεσαι και περίεργος πρέπει και να τους ανέχεσαι. Και πότε γίνεται αυτό; Μα φυσικά, Χριστούγεννα, δεκαπενταύγουστο και Πάσχα. Και το Πάσχα, όπου όλα είναι συμπυκνωμένα, δεν μπορείς να μην τους πετύχεις στο ίδιο τραπέζι (και αν είσαι άτυχος στο ίδιο σπίτι)… Οπότε τρως στη μάπα τα σχόλια του κάθε ένα που τα ξέρει όλα φυσικά. Τη μπηχτή του κομπλεξάρα ξαδέρφου. Τον καυγά της δείνα νύφης. Τα οικονομικά του αλλουνού μπατζανάκη. Την κλάψα της ζμπεθέρας και τα χούγια του καθενός βρε αδερφέ που αν είχες την παραμικρή επιλογή θα έβαζες Χ από την πρώτη στιγμή. Λούζεσαι δηλαδή όλα όσα δεν αποδέχεσαι στη ζωή. Επειδή είναι Πάσχα. Και φυσικά δεν λέει να τσακώνεσαι. Έτσι και μπεις στην παγίδα να πεις τη γνώμη σου ή να εκφράσεις τη διαφωνία σου με κάτι, την έβαψες… Οπότε το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να χαμογελάς υπομονετικά και να μετράς τις μέρες να φεύγεις ή να φεύγουν. Εντάξει, δεν είναι όλοι οι συγγενείς έτσι, αλλά συνήθως αυτούς που συμπαθείς δεν τους συναντάς συχνά…

Ηχορύπανση: Για κάποιο λόγο, ο κόσμος νομίζει ότι πριν και μετά το Πάσχα όλα επιτρέπονται. Μπαμ και μπουμ από τη Μεγάλη Παρασκευή, με κρεσέντο νταηλήδικων βεγγαλικών κατά την Ανάσταση, όπου ο Χριστούλης αν τα άκουγε θα ξανάμπαινε στο μνήμα… Μηχανάκια και γκαζοφονιάδες Χ10 από ότι συνήθως. Χαμός στο ίσιωμα και κραυγές και ουρλιαχτά και βρισιές και μαγκιές, επειδή είναι γιορτή. Και νταμπαντούμπα όλο το βράδυ της Ανάστασης και τα 2-3 επόμενα από το τοπικό κλαμπ. Και αυτοκίνητα με σκυλάδικα στη διαπασών όλο το βράδυ. Και στριγγλίσματα από λάστιχα. Και στις 5.30 το πρωί κλαρίνα (αν είσαι τυχερός). Τέρμα η ένταση. Φέτος εμένα δεν μου έτυχαν κλαρίνα. Μέσα στο χάραμα ένα κάτι σαν «πωπωπωπωπω» ή «κοκοκοκοκο» δεν κατάλαβα» και μετά «τι καημός!» και μετά «τρελαθώ». Υβρίδιο κλαρινοσκυλάδικου με μεταμοντέρνες πινελιές βλαχοπόπ. Τι είναι αυτό; Από τις 5.30 το πρωί μέχρι τις 7 το βράδυ, το ίδιο τραγούδι (λέμε τώρα) περίπου 3 φορές την ώρα!!! Jesus που λένε και στο χωριό μου!

Φαγητό: Γιατί πρέπει να τρώμε τόσο πολύ το Πάσχα; Παλιά είχαμε σαν δικαιολογία τη νηστεία. Τώρα; Κρέατα, ξέχειλα τραπέζια, πίτες, σαλάτες, εντόσθια, ψητά και όλα Χ 3 από όσα χρειάζονται. Τι ξεφτίλα διατροφική, ηθική και αισθητική! Τι υποβάθμιση κάθε έννοιας ενστίκτου! Από τη μία χαζομάρα (νηστεία λέει και στο λάδι) στην άλλη (γύρο πίτα τη Μ. Παρασκευή, ή ουζοκατάνυξη την ώρα του επιταφίου). Η Μ. Παρασκευή γίνεται καθαρά Δευτέρα. Όλα για τι φαγητό. Κάποιοι βγάζουν λεφτά πουλώντας δίαιτες για μετά το Πάσχα.

Εκκλησία και υποκρισία. Ότι και να σημαίνει για τον καθένα το Πάσχα, η γιορτή αυτή συνδέεται με τη θρησκεία και ένα συγκεκριμένο εκκλησιαστικό τελετουργικό. Δεν είναι τυχαίο ότι στις χώρες της «εσπερίας» το Πάσχα δεν γιορτάζεται με την ίδια μεγαλοπρέπεια όπως γίνεται εδώ, όπου θεωρείται ως η κορυφαία εορτή του χρόνου. Αυτό έχει μάλλον να κάνει με τη συλλογική ιδιαιτερότητα σαν λαός και τη φιλοσοφική προσέγγιση στον Χριστιανισμό. Δεν είναι κακό αυτό. Το αντίθετο. Το παράδειγμα του Ιησού είναι μια ιστορία πόνου και όχι πανηγυράκι. Είναι υποκρισία να στρέφεις το βλέμμα σου μακρυά από τη Μ. Εβδομάδα και να εορτάζεις με πάθος την Ανάσταση. Το βρίσκω υποκριτικό. Και να σκεφτείς ότι δεν είμαι θρήσκος. Εννοώ ότι δεν σας τη λέω τώρα από την πλευρά των ανθρώπων που πιστεύουν, καθώς δεν νομίζω ότι πιστεύω και πολλά από αυτά που παραδοσιακά μας μαθαίνει η θρησκεία μας. Ψάχνω όμως πάντα να βρω έναν δυνατό συμβολισμό σε κάθε θρησκευτική εορτή. Και το Πάσχα έχει μπόλικους. Ο πιο δυνατός είναι η έλευση της ζωής μετά το θάνατο. Ότι η ζωή κάνει κύκλους και ότι μετά τα άσχημα έρχονται και τα χαρμόσυνα. Δεν τα λέω καλά και θέλω χώρο και χρόνο να τα εξηγήσω αυτά, που δεν έχω τώρα. Σας τα λέω αυτά επειδή πιστεύω ότι μέρος της εορτής του Πάσχα είναι η κατάνυξη και η κατήφεια της μεγαλοβδομάδας. Δεν μπορείς να ζεις σαν κοπρίτης όλο το χρόνο και ειδικά λίγες μέρες και ώρες πριν την Ανάσταση και μετά να γιορτάζεις πιο φαντασμαγορικά από όλους σαν να το δικαιούσαι. Βάλε και λίγο νερό στο κρασί σου ρε αδερφέ. Γίνε πιο ταπεινός. Ξαναγυρίζω στο εκκλησιαστικό τελετουργικό. Όταν ήμουν παιδί έπρεπε να το ακολουθώ μαζί με τη μητέρα μου κυρίως. Ήταν μαρτύριο. Στριμωξίδι για λίγο λάδι τη Μ. Τετάρτη, καταθλιπτικές και τρομακτικές εικόνες τη Μ. Πέμπτη, ορθοστασία και ταλαιπωρία, κυρίως όχι από δική μου επιλογή, καθώς ήμουν παιδί. Μεγαλώνοντας το αποφεύγω πλέον. Κάνω τις δικές μου σκέψεις και αν νιώσω την ανάγκη να παρακολουθήσω το τελετουργικό το κάνω σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς φανφάρες. Σήμερα πια βλέπω σε συγγενείς και γνωστούς μια απίστευτη υποκρισία. Εκκλησία δεν πατάει κανείς, αλλά τη Μεγάλη Παρασκευή βγαίνουν όλοι για να χαζέψουν και να πουν τα κουτσομπολιά τους στον Επιτάφιο.  Στέκονται έξω από την εκκλησία και ακολουθούν τον επιτάφιο μόνο έξω. Κάποιοι έχουν ήδη πιάσει τραπεζάκι στο ουζερί της πλατείας. πολλοί κόβουν δρόμο και πάνε κατευθείαν στο ουζερί ή στην μάζωξη. Και καταλήγουν να πίνουν και να φωνάζουν τις μπούρδες τους την ώρα που λίγα μέτρα πιο κει συνεχίζεται η λειτουργία (κατά τα άλλα πένθιμη). Για την ανάσταση φτάνουν 5 λεπτά πριν. Φοράνε τα καλά τους (γιατί άραγε); Με το «Χριστός Ανέστη» αρχίζουν και φιλιούνται λέγοντας «χρόνια πολλά», «καλή χρονιά» «και του χρόνου». Αν τους πεις «Χριστός Ανέστη» θα σε κοιτάξουν με απορία και θα σου πουν «επίσης». Και μετά εξαφανίζονται πανικόβλητοι. Φέτος λέει ένας συγγενής: «περιμένετε ρε παιδιά, μην φεύγετε αμέσως». Αναρωτήθηκα μήπως ακόμα και αυτός ένιωσε ότι δεν είναι σωστό να φεύγουμε τόσο γρήγορα. Αμέσως λύθηκε η απορία μου καθώς συνέχισε: «θα ρίξει ένα μεγάλο βεγγαλικό ο κουμπάρος μου από τη μεριά αυτή και θέλω να το δω». Με λίγα λόγια, το Πάσχα δεν σχετίζεται με τη θρησκεία ή την εκκλησία, αλλά με τα βεγγαλικά, τα ωραία ρούχα (κάποιοι ντύθηκαν σαν να πήγαιναν στα μπουζούκια) και το φαγητό. Και μαζί με τη θρησκευτικότητα του το Πάσχα χάνει τελείως την έννοια της ανανέωσης του εαυτού μας. Και συνεχίζουμε να είμαστε οι ίδιοι κοπρίτες που ήμασταν και 5 λεπτά πριν.

Το Πάσχα του Έλληνα είναι πλέον το Πάσχα του Ελληναρά. Μια γροθιά στο υπογάστριο της αισθητικής μας. Η χαριστική βολή στην όποια πνευματικότητα θα έπρεπε να μας απασχολούσε, έστω μία φορά το χρόνο. Δεν μΒεγγαλικά1ου αρέσει το Πάσχα όπως έγινε. Δεν έχει νόημα ύπαρξης. Θεωρώ πιο τίμια τη στάση ενός φίλου που δεν πιστεύει και δεν βγαίνει στον επιτάφιο ή στην ανάσταση. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στα θεία για να επιζητείς μια πνευματική αναγέννηση και να δέχεσαι το συμβολισμό και την ελπίδα. Αλλά πως μπορείς να το κάνεις αυτό μέσα σε μια θάλασσα υποκρισίας και ασχήμιας!

Άντε και του χρόνου!

Η περιπέτεια ενός paper

Ένα ακόμα προσωπικό μου κομμάτι είναι η επιστήμη και η κοινοποίησή της. Θα μιλήσω αλλού για το τί είναι η επιστήμη για μένα (ή τι νομίζω ότι είναι τέλος πάντων). Θα πω εδώ για την κοινοποίηση μέσα από τη μία και μόνη αποδεκτή οδό: τη δημοσίευση σε διεθνές περιοδικό με κριτές, αυτό που το συνάφι μας αποκαλεί paper.

Αν και οι τρόποι κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας είναι πολλοί και διάφοροι, στο χώρο μας το paper μετράει πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ειδικά σε διεθνή περιοδικά και ειδικά σε περιοδικά με υψηλό κύρος (θα πούμε σε άλλο ποστ για την ιστορία αυτή). Το κύρος των επιστημόνων, των ιδρυμάτων και των εργαστηρίων αποτιμάται σε paper. Είναι το νόμισμα της επιστημονικότητας. Με λίγα λόγια, η δημοσίευση ενός paper σε καλό περιοδικό είναι η Μέκκα των επιστημόνων και όλοι θέλουν να πετύχουν κάτι τέτοιο.peer_review_james_yang

Η διαδικασία δημοσίευσης ενός paper δεν είναι απλή. Θέλει χρόνο και θέλει κόπο. Και θέλει και υπομονή. Απαιτείται η συγγραφή ενός κειμένου (manuscript), που πρέπει να ακολουθεί τις προδιαγραφές του περιοδικού που μας ενδιαφέρει. Στη συνέχεια υποβάλλεται από το συγγραφέα το κείμενο στο περιοδικό. Εκεί το αξιολογεί ένας εκδότης (editor) που αν το βρει κατάλληλο για το περιοδικό το πασάρει σε 2-3 αξιολογητές ή κριτές (reviewer). Οι κριτές και οι συγγραφείς προέρχονται από την ίδια δεξαμενή, από την επιστημονική κοινότητα. Το περιοδικό ζητά από κάποιον επιστήμονα να είναι κριτής σε κάποια εργασία. Αυτός πρέπει να γράψει μια γνωμοδότηση και να κρατήσει την εμπλοκή του εμπιστευτική. Ο συγγραφέας δεν μαθαίνει ποτέ ποιος κρίνει την εργασία του. Αυτή η διαδικασία λέγεται peer review. Οι κριτές δεν πληρώνονται και το όλο σύστημα βασίζεται πάνω στον επαγγελματισμό και την ηθική των κριτών, να κάνουν μια αντικειμενική κρίση πάνω σε μια εργασία ενός συναδέλφου. Στη συνέχεια, ο εκδότης μαζεύει τις γνωμοδοτήσεις και παίρνει την τελική απόφαση. Συνήθως υπάρχουν 5 δυνατές απαντήσεις: α) απόρριψη, β) απόρριψη με πρόσκληση για επανυποβολή, γ) αποδοχή με μεγάλες αλλαγές (major revision), δ) αποδοχή με λίγες αλλαγές (minor revision) και ε) αποδοχή χωρίς αλλαγές. Η κατηγορία (ε) είναι πολύ σπάνια. Κάποια περιοδικά συνενώνουν τις περιπτώσεις (β) και (γ). Το σύστημα λειτουργεί έτσι για πολλές δεκαετίες, μπορεί και πάνω από αιώνα. Η έρευνα έχει προοδεύσει πολύ και πολλοί θεωρούν όιτ το σύστημα peer review έχει συμβάλλει ουσιαστικά σε αυτό. Τον τελευταίο καιρό όμως έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες για τη λειτουργικότητά του και έχουν γίνει προτάσεις για άλλες λύσεις. Όμως ακόμα η «πιάτσα» θέλει paper. Αλλιώς δεν υπάρχεις. Δεν θελω εδώ να κάνω ανάλυση του συστήματος. Θέλω μόνο να μοιραστώ μαζί σας την περιπέτεια ενός paper και τα συναισθήματα που αυτή η περιπέτεια μου φέρνει. Όπως και τα υπόλοιπα ποστ του blog αυτού, είναι σε ύφος προσωπικό και φυσικά δεν έχει αντικειμενικότητα!

Λοιπόν το 2007 ξεκίνησε μια έρευνα της οξιάς στο όρος Παγγαίο. Ήταν μέρος της διατριβής ενός μεταπτυχιακού φοιτητή. Η ιδέα, το πλάνο και το στήσιμο της έρευνας ήταν προϊόν της συνεργασίας του φίλου μου του Γιάννη (από ΑΠΘ) και εμένα. Συμμετείχαμε στη δειγματοληψία και στις αναλύσεις, όπου οι περισσότερες έγιναν σε ένα εργαστήριο στη Γερμανία, όπου γνώριζα κόσμο και είχαμε χρόνια συνεργασία. Οι αναλύσεις της χρονιάς εκείνης έδωσαν αποτελέσματα πέρα από κάθε προσδοκία. Αν και τα αποτελέσματα αυτά αποτέλεσαν βάση της διατριβής του φοιτητή που τελείωσε με επιτυχία και μπορούσαν να γραφτούν αυτόνομα σε δημοσίευση, επιλέξαμε με τον Γιάννη να συνεχίσουμε την έρευνα με νέα δειγματοληψία για να σιγουρέψουμε την υπόθεση εργασίας. Με δικά μας έξοδα έγινε νέα δειγματοληψία και με δικά μου έξοδα έγινε νέο ταξίδι στη Γερμανία και νέες αναλύσεις. Άξιζε όμως τον κόπο. Τα νέα αποτελέσματα έδεσαν με τα παλιά και το σύνολο πλαισίωνε την απόδειξη μιας θεωρίας που σχετίζονταν με την εξέλιξη των φυτών μετά τους παγετώνες. Δεν θα πω περισσότερα για το θέμα καθώς δεν είναι αυτός ο στόχος μου.

Εδώ ξεκινά η περιπέτεια του paper. Ξεκινά η συγγραφή του κειμένου, κυρίως από εμένα και τον Γιάννη. Μπαίνω πρώτο όνομα καθώς confused-signageαναλαμβάνω την ευθύνη για το κείμενο. Μαζί με όλους που συνεργάστηκαν για την έρευνα μαζευόμαστε 9 άτομα στους συγγραφείς. Εντυπωσιακό νούμερο. Δεν γίνεται να λάβεις όλους υπόψη, άσε που πολλούς δεν τους βρίσκεις καθόλου. Όλοι φίλοι και όλοι σημαντικοί για την εργασία, με δίκαια συμμετοχή. Όμως ένας τραβάει μπροστά στο γράψιμο. Πάντα έτσι είναι. Και αυτός ήμουν εγώ καθώς ήταν και δικός μου ο όλος σχεδιασμός των της έρευνας. Το κείμενο ετοιμάζεται. Το έστειλα και στον Reiner στη Γερμανία που συμφωνεί. Μπορεί και να μην το είδε καθόλου, καθώς γενικά δεν έχει χρόνο. Συμφωνούμε με τον Γιάννη να πάει σε ένα καλό περιοδικό, από αυτά που πάντα θα ήθελες να δεις μια μέρα μια δική σου εργασία. Ας το ονομάσουμε Α. Από το περιοδικό Α έρχεται απάντηση σε λίγες μέρες: απόρριψη κατευθείαν από τον εκδότη. Λέει: «η έρευνα είναι πολύ καλή και τα data φανταστικά. Αλλά το γράψιμο δεν ταιριάζει με το στυλ μας. Σας ζητώ να το ξαναστείλετε σε εμάς, αλλά να αλλάξετε τελείως το στυλ γραψίματος…». Έδινε και λεπτομέρειες τι ήθελε. Καθόμαστε με τους συν-συγγραφείς να δούμε τι θα κάνουμε. Οι περισσότεροι λένε να το στείλουμε σε άλλο πιο δεύτερο περιοδικό. Ο Γιάννης, ο Reiner και εγώ λέμε ξανά στο Α. Αξίζει τον κόπο, ο Editor το γούσταρε. Το ξαναγράφω. Το ξαναστέλνω. Πέρασε και καιρός, είχα και άλλα να κάνω, είχα και άλλα διάφορα που με βασάνιζαν. Έγινε κάτι καλύτερο, πολύ καλύτερο. Το ξαναστείλαμε λοιπόν. Περνά τον πρώτο σκόπελο και στέλνεται στους κριτές. 3 τον αριθμό. Γυρίζει πίσω η απόφαση για major review. Πανηγυρίζουμε με τον Γιάννη. Θυμάμαι ότι κέρναγα κόσμο. Μένει λίγους μήνες πάλι πίσω, το ξαναπιάνω ξανά, πρήζω τον Γιάννη, πρήζω τον Νικόλα από την Κύπρο να αλλάξουμε τα γραφήματα όπως τα ήθελαν οι κριτές. Αλλάξαμε τις αναλύσεις όπως μας είπανε. Ότι μας ζήτησαν το κάναμε. Ξαναγράψαμε το discussion ίσαμε 8 φορές. Και εκείνα τα έρμα τα αγγλικά τα ξεσκίσαμε. Ειδικά τον editor πείραζε που δεν χρησιμοπιούσαμε british english, και μας ξέφευγαν αμερικανιές (π.χ. analyze αντί για analyse, που στο φινάλε είναι και ελληνική λέξη!). Αλλάζουμε το spell chech σε UK και τα αλλάζουμε όλα. Σελίδες επί σελίδων παρατηρήσεις και αλλαγές. Κάποιοι κριτές πιο βολικοί και συγκεκριμένοι, κάποιοι πιο φλου και της ταλαιπωρίας. Έτοιμο ξανά το κείμενο. Το ξαναστέλνουμε, άνετοι και χαμογελαστοί. Μπαίνω στο ιντερνετ δυο μέρες μετά και τι να δω: ο εκδότης το ξαναέστειλε σε κριτές. Ξανάρχεται η απάντηση ένα μήνα μετά. Minor revision. Ξανά αλλαγές. λιγότερες αυτή τη φορά, αλλά θέλουν 2-3 μέρες. Και νέους χάρτες. Και σου’πα μου’πες. Και κάτι κουφά. Στον έναν δεν άρεσε το χρώμα στα γραφήματα. Ο άλλος ζήταγε πράγματα που δεν είχα δει πουθενά να γίνονται. Μπλέκομαι ξανά με διάφορα. Περνάνε μήνες. Γκρινιάζει ο Γιάννης και με το δίκιο του. Το ξαναπιάνω κάποια στιγμή και το επεξεργάζομαι. Πέφτει και ο Γιάννης επάνω. Minor είναι λέμε, τι στην ευχή θα μας κάνουν. Μας ζήτησαν δε να δούμε τη γλώσσα. Αυτό μου φάνηκε περίεργο. Ξέρω ότι ΞΕΡΩ αγγλικά. Και ο Γιάννης ΞΕΡΕΙ αγγλικά. Και ο Reiner ακόμα περισσότερο. Τόσες εργασίες έχουμε γράψει. Τόσες χαζομάρες έχουμε δει δημοσιευμένες, τι στην ευχή θέλουν. Άντε λέμε, να στείλουμε το τελικό τελικό κείμενο σε μια κοπέλα που ξέρει ο Reiner να τσεκάρει τα αγγλικά. Το στέλνουμε. Γυρίζει το κείμενο σε μια βδομάδα με κάτι ψιλοαλλαγές της πλάκας. Ετοιμάζω το τελικό τελικό για υποβολή. Τσεκάρω και τι να δω: κάτι αμερικανιές πάλι. Η τύπισσα έβαλε κάτι analyze. Ή ο Reiner. ΑΜΑΝ! Πανικόβλητος τα διορθώνω. Χτενίζω ξανά και ξανά το paper και δεν βρίσκω κάτι άλλο. Το στέλνουμε. Τέλος, σκέφτηκα. Τέσσερα χρόνια νταραβέρι, αλλά αξίζει τον κόπο, θα πάει στο Α περιοδικό. Και όπως μπορείτε να μαντέψετε… ΜΠΟΥΜ! Απόρριψη. Ο εκδότης θύμωσε. Ανακάλυψε μια αμερικανιά. Και κάτι που δεν του άρεσε στο πρώτο πρώτο review (που μετά όμως δεν είπε τίποτε). Κρίμα την εργασία λέει, πολύ καλή αλλά δεν είναι γραμμένη όπως θα ήθελαν στο περιοδικό Α. Bye!

Η ψυχολογική μου κατάσταση στο ναδίρ… Ο Γιάννης προσπαθεί να με συνεφέρει. Το ίδιο και άλλοι συνσυγγραφείς. Εν τω μεταξύ η έρευνα αυτή είχε ήδη παρουσιαστεί σε συνέδρια εδώ και έξω και είχε αποσπάσει πολύ θετικά σχόλια και ενδιαφέρον. Ανέβασα στο figshare κάποια πολύ πρώιμη μορφή του paper (από συνέδριο) και έγινε χαμός με τα download (δες εδώ: http://figshare.com/articles/Patterns_of_cpDNA_diversity_within_a_beech_refugial_area/105909). Τι στην ευχή. Τόσο καλό paper να μην περάσει. Έφτασα να κατηγορώ τον εαυτό μου. Να σκέφτομαι ότι δεν κάνω πια γι αυτήν τη δουλειά. Ναι ρε γαμώτο, αλλά ΞΕΡΩ να στήνω έρευνες. ΞΕΡΩ να σχεδιάζω πειράματα και ΞΕΡΩ στατιστική και οι αναλύσεις μου είναι μια χαρά. Και το κυριότερο ΞΕΡΩ να γράφω. Τι στην ευχή γίνεται; Ο Γιάννης και η Αμαρυλλίς με πείθουν να το πάρω επιθετικά. Ετοιμάζουμε το paper ξανά, για το περιοδικό Β, πιο δυνατό ακόμα από το Α. Σε δυο μέρες έρχεται η απόρριψη από το Β: δεν εμπίπτει στη ζώνη ενδιαφέροντος του περιοδικού. Είναι λέει τοπικού ενδιαφέροντος. Ο Oliver από ΗΠΑ μου λέει ότι ο συγκεκριμένος εκδότης ούτε διάβασε την περίληψη, αλλιώς δεν εξηγείται. Τι να πω. Το να βρίζεις κριτές και εκδότες είναι εύκολο. Βοηθαει όμως;

Περνά σχεδόν ένας χρόνος. Το paper μένει αδημοσίευτο. Στην αντίληψή μου έρχονται εργασίες από άλλα μέρη της γης με παρόμοια ερωτήματα. Αρχίζει και κινδυνεύει η πρωτοτυπία της δικής μας δουλειάς. Ξεκινώ το ξαναγράψιμο. Διορθώνω την τελευταία βερσιόν του paper που στάλθηκε στο περιοδικό Α. Το ετοιμάζω για το περιοδικό Γ πλέον. Αυτό είναι κάπως πιο αδύναμο από τα Α και Β αλλά είναι μια χαρά. Και είχα ήδη δημοσιεύσει εκεί άλλη μία εργασία του 2011, που θεωρούσα ότι ήταν λιγότερο σημαντική. Πάμε στο Γ λοιπόν. Περνάνε δύο μήνες και κάτι. Στο ίντερνετ είδα ότι η εργασία πήγε σε κριτές. Περίμενα με αγωνία – και με αισιοδοξία- και σήμερα ήρθε η απόφαση. Major revision. Ώπα. Καλό αυτό, αφού σημαίνει αποδοχή, αλλά τι θέλουν να αλλάξουμε; Ο ένας κριτής τα βρήκε όλα ΟΚ. Ο άλλος δεν κατάλαβε τίποτε. Θεωρούσε πράγματα αυτονόητα ότι έπερεπε να ξαναγίνουν αλλιώς. Ρωτούσε το ένα που ήταν κοινός τόπος. Δεν του άρεσε το άλλο που θεωρούσε λάθος, άδικα. Όλοι το κάνουν έτσι και μάλλον δεν κατάλαβε πως και γιατί. Και ζητούσε αλλαγές σε όλα. Και αναλύσεις που δεν μπορούν να γίνουν. Και εξηγήσεις που δεν μπορούν να δωθούν γιατί είναι αυτονόητα αυτά που ρωτά. Και ο εκδότης συμφωνούσε. Τρελάθηκα. Πήρα τον Γιάννη και ήταν στο εξωτερικό. Με έχει πιάσει απελπισία.

Συμπέρασμα: αν μια καλή εργασία δεν μπορεί να δημοσιευτεί τι συμβαίνει; Μια απλή πιθανότητα είναι να μην είναι τόσο καλή η εργασία. Μόνο που είναι ΚΑΛΗ. Πολύ καλή. Πρωτότυπη και καλογραμμένη. Με δυνατές αναλύσεις, θωρακισμένη από 15 μεριές. Που όσοι την βλέπουν λένε τα καλύτερα. Αλλά δεν χρειάζομαι κανέναν να μου πει ότι είναι καλή. Το ξέρω. Το διαισθάνομαι. Εϊναι η καλύτερη εργασία μου. Και έχω δημοσιεύσεις σε περιοδικά του τύπου Α και Β. Αλλά αυτή είναι η καλύτερη. Τι συμβαίνει λοιπόν;Peer-Review-Cartoon2

Νομίζω φταίει το σύστημα. Δεν πιστεύω ότι φταίνε προσωπικά οι εκδότες και οι κριτές. Έχω κάνει και εγώ κριτής πολλές φορές και ξέρω ότι μπορεί να κάνω και λάθος. Το σύστημα φταίει. Ένας κριτής που δεν καταλαβαίνει καλά μια εργασία κάνει κριτική εκεί που ξέρει και όχι εκεί που πρέπει. Ο κάθε ένας από εμάς έχει το προσωπικό του στυλ. Ο κάθε κριτής θα ζητήσει να γίνει η εργασία όπως θα την έγραφε ο ίδιος. Αυτό νομίζω φταίει. Εντάξει, είναι και άλλα. Η Ελλάδα δεν έχει τις ίδιες πιθανότητες να δημοσιεύσει σε κάποια περιοδικά όπως η Αγγλία ας πούμε. Ή αν ήξερα κάποιον editor. Αλλά σας προκαλώ αν είστε του χώρου να ανατρέξετε σε εργασίες σε περιοδικά. Και καλά περιοδικά. Και δείτε πόσες εργασίες δεν είναι καλές. Είναι αρκετές. Και τώρα με το διαδίκτυο βγαίνει στη φόρα πολλή μούφα. Υπάρχουν άρθρα τα τελευταία 10 χρόνια που περιγράφουν με πολύ πιο αντικειμενικό τρόπο τα προβλήματα που υπάρχουν στο σύστημα peer review. Εγώ σας μιλάω εδώ από προσωπική πείρα και πικρία. Μια ωραία και σωστή εργασία δεν μπορεί να δημοσιευτεί, εκτός και αν γίνει όπως τη θέλουν τα περιοδικά. Όχι όπως τη θέλω εγώ. Αυτό δεν μου αρέσει. Σήμερα όλες οι εργασίες γίνονται φασόν. Δεν θα σας κουράσω άλλο. Θα επανέθω στο θέμα σε άλλο ποστ να σας πω ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτού του φαινομένου στην ανεξαρτησία της έρευνας, στην πρωτοτυπία, στις νέες ιδέες και στην ελευθερία της έκφρασης.

Τι μπορώ να κάνω; Αναγκαστικά θα προσπαθήσω ξανά στο Γ, μην μείνει μισή η προσπάθεια. Και αν φάω πόρτα σε Δ και Ε; Ή να πάρω επιτέλους απόφαση και να εφαρμόσω μια σκέψη που έχω εδώ και χρόνια; Να σταματήσω να δημοσιεύω σε περιοδικά. Να ετοιμάζω τα paper και να τα ανεβάζω στην ιστοσελίδα μου ή σε κάποιο repository. Να τα προωθώ με blog και twiter και να τα διαβάζει πιο πολύς κόσμος από ότι θα τα διάβαζε στα κλειστά περιοδικά. Να γυρίσω την πλάτη στο σύστημα; Σκέψεις που με κατακλύζουν, ειδικά τώρα που ζω το πρόβλημα. Θα επανέλθω επί του θέματος.